Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Το κορίτσι του λεωφορείου


                                           



Πάντα μου άρεσε να παρατηρώ τους ανθρώπους. Με κάνει να σκέφτομαι τις ιστορίες τους, τα όνειρά τους, τα συναισθήματά τους. Άλλοι μένουν χαραγμένοι στη μνήμη μου για χρόνια, άλλοι για μήνες και άλλοι για μερικά δευτερόλεπτα. Κανείς, όμως, δε με χάραξε τόσο βαθιά, όσο εκείνο το κορίτσι με τη μεγάλη άσπρη ομπρέλα. "Το κορίτσι του λεωφορείου" όπως μου αρέσει να το φωνάζω. Ήταν μια Παρασκευή του Δεκέμβρη όταν την πρωτοσυνάντησα στη στάση κοντά στο σπίτι μου. Την προσοχή μου κέντρισε περισσότερο η ομπρέλα της, παρά εκείνη. Αμέσως, έβγαλα το μικρό μπλοκάκι μου και άρχισα να τη σχεδιάζω με το μολύβι που είχα πάντα πρόχειρο στην τσέπη. Το λεωφορείο έφτασε και ανεβήκαμε και οι δυο. Κάτσαμε σε απέναντι θέσεις, κάτι που μου έδωσε την ευκαιρία να την παρατηρήσω περισσότερο. Φορούσε δυο ακουστικά στα αυτιά και τα μαλλιά της έπεφταν μακριά και αναμαλλιασμένα στους ώμους της. Είχε τυλιγμένο ένα μεγάλο πλεκτό κασκόλ γύρω από το λαιμό και ένα βαρύ μπουφάν κάλυπτε το κορμί της. Τα δυο μαύρα μποτάκια της είχαν μισοφαγωμένα τακούνια, αλλά δεν έδειχναν να την απασχολούν. Το μόνο που σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή ήταν η μουσική που άκουγε. Με την άκρη του ματιού μου την έβλεπα να ανοιγοκλείνει το στόμα της, τραγουδώντας χωρίς φωνή, ενώ τα χέρια της χτυπούσαν με μικρές κινήσεις τα γόνατά της ρυθμικά. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη μου και ξαναέβαλα στην τσέπη το μπλοκάκι μου. Σπάνια  ένιωθα την ανάγκη να παρατηρήσω περισσότερο ένα άτομο, παρά να το ζωγραφίσω. Η κοπέλα κατέβηκε τρεις στάσεις πριν από εμένα. Καθώς το λεωφορείο απομακρυνόταν, εγώ συνέχισα μαγνητισμένος να βλέπω την πλάτη της, μέχρι που έγινε μια κουκίδα στον ορίζοντα.

 Δεν περίμενα να την ξανασυναντήσω. Πίστευα ότι ήταν από εκείνες τις μοναδικές στιγμές που είχα την τύχη να ζήσω. Αλλά μετά από τρεις βδομάδες την ξαναείδα στην ίδια στάση, με την ίδια ομπρέλα και το ίδιο κασκόλ. Στα αυτιά αυτή τη φορά δε φορούσε ακουστικά. Έδειχνε ανυπόμονη να φτάσει στον προορισμό της. Το βλέμμα της ήταν χαρούμενο και απλανές. Πότε-πότε, στα χείλη που με τόση μανία δάγκωνε, σχηματιζόταν ένα μικρό χαμόγελο. Μου θύμιζε τόσο εκείνη...
 Όταν οι πόρτες του λεωφορείου άνοιξαν, πετάχτηκε από τη θέση της και με φτερά στα πόδια και στην καρδιά, πήρε τη συνηθισμένη κατεύθυνση, ενώ εγώ έμεινα στη θέση μου καρφωμένος να αναρωτιέμαι ποια μπορεί να ήταν η ιστορία της.
Από εκείνη τη μέρα, έκανα κάμποσο καιρό να τη δω. Την ξαναείδα, πάλι, σε μια άλλη στάση μαζί με κάποιον. Μιλούσαν και γελούσαν, παρόλο που η ώρα ήταν περασμένη και έκανε κρύο. Δεν τους πλησίασα, διότι ήθελα να την κοιτάζω από μακρυά. Πρώτη φορά έβλεπα τόση ευτυχία σε ένα βλέμμα, σε ένα χαμόγελο, σε μια κίνηση. Κι όμως, κάτι μέσα μου μού έλεγε πως αυτή την ευτυχία την είχα κάπου ξαναδεί. Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε, και εκείνη απλά αφέθηκε, όπως η άσπρη της ομπρέλα στον άνεμο. Μια νοσταλγία με κυρίεψε, διότι αμέσως κατάλαβα. Το κορίτσι του λεωφορείου ζούσε το παραμύθι της. 
Το βράδυ εκείνο γύρισα σπίτι με τα πόδια. Ήθελα να απολαύσω την ανάμνηση αυτής της εικόνας με μια βραδινή βόλτα και να αναπωλήσω το δικό μου παραμύθι που ξεθάφτηκε μέσα από την καρδιά μου μετά από πολύ καιρό. 

Ήταν Μάρτιος όταν τη συνάντησα, για τελευταία φορά, μέσα στο βραδινό λεωφορείο. Καθόταν μόνη της σε μια θέση κουλουριασμένη. Τα μάτια της είχαν δυο μαύρους κύκλους και ήταν πρησμένα. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο με βλέμμα σκοτεινό και σκεπτικό. Μερικά δάκρυα έσταζαν από τα μάτια της, αλλά εκείνη δεν έμπαινε στον κόπο να τα σκουπίσει. 
Ήθελα να τη ρωτήσω τι συνέβη, να μάθω γιατί δε χαμογελά πια. Ένιωθα μια υποσυνείδητη ανάγκη να της ζητήσω συγγνώμη. Αλλά ένας φόβος με κυρίευσε. Οι πόρτες του λεωφορείου άνοιξαν και εγώ για ακόμα μια φορά σε δίλημμα. Να κατέβω ή να μείνω?
Τα πόδια μου με τράβηξαν προς την έξοδο και κατέβηκα στο συνηθισμένο δρόμο κοντά στο σπίτι. Οι πόρτες έκλεισαν και το λεωφορείο αναχώρησε. Για ακόμη μια φορά είχα αφησει το κορίτσι του λεωφορείου να φύγει. Όπως τότε, είκοσι χρόνια πριν. Που την άφησα να φύγει, αφού περιμέναμε ώρες μαζί στη στάση, παίζοντας με τους αντιχειρές μας σα μικρά παιδιά. Όπως τότε, που την άφησα να φύγει, αφού τη φίλησα και της είπα ότι είμαι ευτυχισμένος. Όπως τότε, που την άφησα να φύγει, αφού κοιμηθήκαμε το βράδυ αγκαλιά. Όπως τότε, έτσι και τώρα την άφησα να φύγει με το βραδινό λεωφορείο. Και εγώ μόνος στη στάση, να περιμένω το επόμενο.
Ναι, κανείς δεν με χάραξε τόσο βαθιά όσο εκείνο το κορίτσι με τη μεγάλη άσπρη ομπρέλα. Διότι ήταν η ανάμνηση του δικού μου παραμυθιού, που εξαιτίας του φόβου μου, μπέρδεψα τις τελευταίες λέξεις. Και αντί να γράψω "...και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα" , έγραψα με βιασύνη "...και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς χώρια."


Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Σεληνόφως





Η πορσελάνινη μπαλαρίνα στεκόταν στο τρίτο ράφι της σκονισμένης βιβλιοθήκης, δίπλα από το μεγάλο μαύρο πιάνο στο δωμάτιο του δεύτερου ορόφου. Πάντα στηριγμένη στο ένα πόδι έτοιμη να έρθει κάποιος να την κουρδίσει και να χορέψει τον υπέροχο πορσελάνινο χορό της. Κανείς, όμως, δεν ερχόταν.Την είχαν ξεχάσει σκονισμένη και λερωμένη για χρόνια. Ο μηχανισμός της είχε χαλάσει και δεν έπαιζε πια μουσική, αλλά εκείνη είχε πάντα την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα ξαναχόρευε, όπως τις παλιές καλές μέρες.

Ένα βράδυ, καθώς κοιτούσε τα πεφταστέρια από το παράθυρο δίπλα στη βιβλιοθήκη, το πόμολο έτριξε και η πόρτα του δωματίου άνοιξε. Εκείνη ξαφνιασμένη, είδε να μπαίνει μέσα ένας μελαχρινός άντρας γύρω στα τριάντα, που αμέσως με περιέργεια ξεκίνησε να περιεργάζεται το δωμάτιο. Δεν άνοιξε τα φώτα, αρκέστηκε να βλέπει στο φως του σεληνόφωτος. Την προσοχή του κίνησε το μαύρο μεγάλο πιάνο. Κατευθύνθηκε προς το μέρος του και το άνοιξε. Τα πλήκτρα ήταν κιτρινισμένα και ξεκούρδιστα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε από το να κάτσει στο σκαμπό και να παίξει έναν υπέροχο αργό μελαγχολικό σκοπό.
Η μικρή μπαλαρίνα περιεργάστηκε τον άνδρα με μεγάλο ενθουσιασμό και μόλις άκουσε τη μουσική δάκρυα την πλημμύρισαν.
"Επιτέλους" σκέφτηκε. "Θα ξαναχορέψω".
Ο άντρας, τελειώνοντας το κομμάτι στο πιάνο έστρεψε ξανά το βλέμμα του στο δωμάτιο. Δεν άργησε να ανακαλύψει τη μικρή μπαλαρίνα με τη ροζ φούστα και το πόδι στον αέρα. Πλησίασε και την πήρε με προσοχή στα χέρια του.
"Είσαι πανέμορφη" ψιθύρισε και την εξέτασε με προσοχή. Με το δάχτυλό του ακούμπησε απαλά τα σκαλιστά πόδια της, τα χέρια της, τα μαλλιά της. Και το βλέμμα του έμεινε για κάμποση ώρα καθηλωμένο στο δικό της.
Ξάφνου, μια φωνή τον φώναξε  από το κάτω πάτωμα και ο πιανίστας κίνησε να φύγει. "Θα ξαναγυρίσω" της είπε πριν κλείσει την πόρτα.
Η καρδιά της μπαλαρίνας κόντεψε να σπάσει από χαρά. Ήταν σίγουρη ότι ο άνδρας θα γυρνούσε. Ήξερε ότι, αν και χαλασμένη, θα ξαναχόρευε με συνοδία τη μουσική του πιάνου. Ήξερε ότι δεν ήταν πια μόνη... 
Το επόμενο βράδυ, υπό το σεληνόφως, ο πιανίστας έπαιζε ξανά τη μελαγχολική μελωδία του στο πιάνο,  έχοντας, όμως, τη μπαλαρίνα κοντά του να χορεύει το μαγευτικό της χορό με το πόδι της πάντα σηκωμένο στον αέρα. Μέχρι που  ξημέρωσε, και ο άνδρας, αφού τη φίλησε για καληνύχτα, χάθηκε  στο κάτω πάτωμα. 
Πολλά βράδια ακολούθησαν, στα οποία ο πιανίστας μαζί με τη μπαλαρίνα του, έπαιζαν και χόρευαν το μυστικό σκοπό τους, ώσπου έφθανε η μέρα και ο άνδρας την αποχαιρετούσε με τη φράση "θα ξαναγυρίσω".
Αν και η μπαλαρίνα έμενε μόνη την ημέρα, δεν την ένοιαζε. Πάντα έκανε πρόβες για το βραδινό χορό της, σιγοτραγουδούσε κάποια μελωδία ή σκεφτόταν τον αγαπημένο της μέχρι να φύγει ο ήλιος και να δώσει τη θέση του στο φεγγάρι. Ανυπομονούσε για τη στιγμή που θα γυρνούσε το πόμολο και η πορσελάνινη καρδούλα της θα χτυπούσε σαν τρελή. Της άρεσε πολύ αυτός ο πιανίστας. Της άρεσε ο τρόπος που την κοιτούσε όταν χόρευε, ο τρόπος που πατούσε τα πλήκτρα, ο τρόπος που της διηγόταν τις ιστορίες για τη ζωή του, τα όνειρά του, τους φόβους του. Εκείνη, όμως, παγιδευμένη στην πορσελάνη της δεν μπορούσε να του μιλήσει, αλλά ως αντάλλαγμα του χάριζε τους πιο παραμυθένιους χορούς της μαζί με το πιο λαμπερό της χαμόγελο.
 Μα μια νύχτα, ο πιανίστας δεν επέστρεψε και η μικρή μπαλαρίνα αποκοιμήθηκε μόνη της με το σεληνόφως να την παρηγορεί χαϊδεύοντας το πορσελάνινο σώμα της. Πολλές βδομάδες πέρασαν και ο πιανίστας δεν εμφανιζόταν, αλλά η μπαλαρίνα τον περίμενε ξάγρυπνη, διότι της είχε δώσει την υπόσχεσή του ότι θα ξαναγυρίσει. Και την κράτησε. 
Ένα βράδυ χωρίς αστέρια και το φεγγαρόφως να μονοπωλεί στο δωμάτιο, το πόμολο της πόρτας γύρισε και μπήκε ο πιανίστας με θλιμμένη ματιά. Κοίταξε τριγύρω ακουμπώντας στο πέρασμά του τα διάφορα αντικείμενα που βρίσκονταν στο δωμάτιο. Προσπέρασε το πιάνο, κάνοντας μόνο μια μικρή τρίλια με τα μακριά του δάχτυλα, χωρίς να καθίσει. Έφτασε μπροστά από τη βιβλιοθήκη και πήρε στα χέρια του την μπαλαρίνα σφίγγοντας την στην αγκαλιά του. 
"Θα μου λείψεις μικρή μου" της είπε. " Αντίο, δεν θα ξαναγυρίσω. Συγγνώμη." και με ένα φιλί, την άφησε στη θέση της και κίνησε να φύγει. Εκείνη, απεγνωσμένη, ήθελε να του μιλήσει, να τον ρωτήσει, να του εξηγήσει, αλλά έμεινε καθηλωμένη στην πορσελάνη της. Έβαλε όλη τη δύναμη της ψυχής της και άπλωσε τα χέρια της.Ήθελε να τον αγγίξει για τελευταία φορά πριν φύγει, αλλά παραπάτησε και έπεσε στο πάτωμα. Ένα "κρακ" ακούστηκε. Η πορσελάνη έσπασε σε χίλια κομμάτια. Η μπαλαρίνα, εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα που ήταν ελεύθερη φώναξε " Μην με αφήσεις"και διαλύθηκε στο σεληνόφως. Αλλά ο άντρας δεν την άκουσε. Ήταν ήδη στο κάτω πάτωμα...

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Το κρυφτό






Χάθηκα σε ένα στενό. Χάθηκα σε ένα τραγούδι. Χάθηκα σε ένα φιλί.
Ψάξε ψάξε δε θα με βρεις....

Χάθηκα σε ένα βιβλίο. Χάθηκα σε ένα γιατί. Χάθηκα σε μια σταγόνα βροχή.
Ψάξε ψάξε δε θα με βρεις...

Χάθηκα σε ξεκινήματα, σε όνειρα σβησμένα, σε δάκρυα κρυμμένα.
Χάθηκα σε αρώματα, χάθηκα σε σκέψεις, χάθηκα σε βλέψεις.
Και αν συνεχώς με αναζητείς, φτου και βγαίνω! Μα δε θα με βρεις.
Δε θα με βρεις, δε θα με βρεις διότι συνεχώς με αναζητείς.

Χάθηκα σε καρδιές, χάθηκα σε αγκαλιές, χάθηκα σε αναπνοές.
Χάθηκα σε λεπτά, χάθηκα σε λεφτά, χάθηκα σε χαρτιά.
Χάθηκα σε κύματα, χάθηκα σε βήματα, χάθηκα σε αινίγματα.
Χάθηκα σε ονόματα, χάθηκα σε σώματα, χάθηκα σε στρώματα.
Και αν πάλι εκεί με ψάξεις, λάθος θα κάνεις γιατί πάλι θα χάσεις.
Πάλι θα χάσεις, πάλι θα χάσεις, διότι συνεχώς εμένα ψάχνεις.

Χάθηκα σε βλέμματα, χάθηκα σε ψέματα, χάθηκα σε θέματα.
Χάθηκα σε αγγίγματα, χάθηκα σε αισθήματα, χάθηκα σε συνθήματα.
Χάθηκα σε αρχές, χάθηκα σε τέλη, χάθηκα σε βέλη.
Χάθηκα σε σπίθες, χάθηκα νίκες, χάθηκα σε ήττες.
Χάθηκα και δεν θα με βρεις εκτός κι αν πάψεις να με επιθυμείς.
Κι αν ρωτάς που θα κρυφτώ, κι όμως εγώ δε θα σου πω.

Χάθηκα σε σιωπές, χάθηκα σε προσευχές, χάθηκα σε αντοχές.
Χάθηκα σε αγάπες, χάθηκα σε ακτίνες, χάθηκα σε ελπίδες.
Χάθηκα σε στίχους, χάθηκα σε μύθους, χάθηκα σε ήχους.
Χάθηκα σε γεννήσεις, χάθηκα σε θελήσεις, χάθηκα σε αισθήσεις.

Ψάξε ψάξε δε θα τη βρεις την Ευτυχία που ζητείς,
και άμα τη βρεις μη σου το πεις, διότι για λίγο θα τη δεις.
Και άμα τη βρεις μη σου το πεις, διότι και πάλι θα χαθεί....






Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Με μια κόκκινη κορδέλα








Περπατούσε με τα μάτια δεμένα. Σφιχτά δεμένα. Ούτε μια δέσμη φωτός δεν περνούσε από την κόκκινη κορδέλα. Το ίδιο και ο διπλανός της. Και η διπλανή της. Και όλοι οι κάτοικοι του κόσμου αυτού. Προχωρούσαν στα τυφλά. Σκοντάφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς όμως να σταματούν, χωρίς να βοηθούν ή να βοηθιούνται, χωρίς να αγγίζονται. Έτρεχαν να προλάβουν. Να προλάβουν κάτι που μόνο οι ίδιοι ήξεραν. Δεν μιλούσαν, δεν άκουγαν, δεν ένιωθαν. Δεν ήταν ότι δεν μπορούσαν, ήταν ότι δεν ήθελαν. Όλοι σαν κούκλες που ζούσαν μοναχές του. Είχαν σώμα, είχαν στόμα, είχαν αυτιά, αλλά ήταν ψυχικά νεκρές.

Εκείνη προχωρούσε με γρήγορα βήματα. Εκείνος προχωρούσε με αργά βήματα. Δεν την ένοιαζε αν έριχνε περαστικούς στην πορεία της. 'Ετσι κι αλλιώς θα ξανασηκώνονταν και θα έριχναν και εκείνοι άλλους με τη σειρά τους. Δεν τον ένοιαζε αν θα τον έριχναν οι περαστικοί στην πορεία τους. Έτσι κι αλλιώς θα ξανασηκωνόταν και θα εριχνε και εκείνος άλλους με τη σειρά του. Το κεφάλι της ήταν στραμμένο χαμηλά σα να μετρούσε τα βήματα που έκαναν τα πόδια της με τα λουστρινένια κόκκινα παπουτσάκια της. Το κεφάλι του ήταν στραμμένο ψηλά σαν να μετρούσε τα σύννεφα που περνούσαν από τον καταγάλανο ουρανό. Μόνο που κανένας από τους δυο δεν έβλεπε, καθώς η μεγάλη κόκκινη κορδέλα που είχαν δεμένη στα μάτια τούς εμπόδιζε να δουν το ο,τιδήποτε. Προχωρούσε εκείνη. Προχωρούσε  εκείνος. Δρόμοι αντίθετοι. Κατευθύνσεις αντίθετες. Ζωές αντίθετες. Και ξάφνου, κάποιος την έσπρωξε δυνατά. Aργά αλλά σταθερά άρχισε να πέφτει  και να κυλιέται μπρόυμιτα στο δρόμο λεκιάζοντας με αίμα τα χέρια και το ολόλευκο καλτσόν της. Και ξάφνου, κάποια τον έσπρωξε δυνατά. Aργά αλλά σταθερά άρχισε να πέφτει και να κυλιέται μπρούμιτα στο δρόμο λεκιάζοντας με αίμα τα χέρια και το ολόμαυρο μαντελόνι του. 'Εμειναν εκεί. Παγωμένοι. Και οι δυο με τα χέρια απλωμένα και χτυπημένα πάνω στο δρόμο. Έκαναν να σηκωθούν ακουμπώντας τις παλάμες τους για στήριγμα στο δρόμο.Αυτό όμως που ένιωσαν δεν ήταν σκληρό και τσιμεντένιο, αλλά μαλακό και ζεστό. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Τράβηξε το ΄χερι της κοντά της. Τράβηξε το χέρι του κοντά του.Μπροστά τους μόνο σκοτάδι. Δεν έβλεπαν τίποτα. Για πρώτη φορά μόνο άκουγαν την καρδιά τους να χτυπάει δυνατά. Ο πρώτος ήχος που άκουγαν. Άπλωσε ξανά διστακτικά το χέρι της. Τό άπλωσε και εκείνος. Τα δαχτυλά τους ενώθηκαν, τα χέρια τους ενώθηκαν, οι χτύποι των καρδιών τους ενώθηκαν.Φιλήθηκαν και οι κορδέλες έπεσαν με μιας. Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα καστανά μάτια του. Την κοίταξε βαθιά μέσα στα γαλανά μάτια της. Χαμογέλασαν. Πλησίασαν. Ένιωσε την ανάσα του στο κουτελό της. Ένιωσε την ανάσα της στο λαιμό του. Την κράτησε σφιχτά. Τον κράτησε δυνατά. Την ξαναφίλησε. Τον ξανακοίταξε. Οι παλμοί τους έγιναν γρήγοροι και μια μέθη τους περιτριγύριζε. Η μέθη του ονείρου...

 Περαστικοί περνούσαν και προσπερνούσαν. Κανείς δεν έδινε σημασία. Κανείς δεν σταματούσε. Άλλοι έπεφταν, άλλοι έσπρωχναν, άλλοι έτρεχαν γρήγορα και όλοι με τις κορδέλες δεμένες στα μάτια. Και μες στη ζάλη της κάποιος την χτύπησε. Και μες στη ζάλη του κάποια τον χτύπησε. Πόνος. Αφέθηκαν. Αστραπιαία οι κορδέλες επέστρεψαν και δέθηκαν πιο σφιχτά από πριν. Εκείνη χαμένη και μόνη άρχισε να ουρλιάζει χωρίς όμως να βγαίνει φωνή από το στόμα της. Εκείνος τρομαγμένος και ανήσυχος άρχισε να ψάχνει στα τυφλά με τα χέρια του τριγύρω. Τίποτα. Τα πάντα είχαν χαθεί. Εκείνη δεν άκουγε πια την καρδιά του. Εκείνος δεν άκουγε πια την καρδιά της. Άπλωσαν και οι δυο τα χέρια ως μια τελευταία προσπάθεια μα μάταια. Ένα δάκρυ κύλησε από το δεξί μάτι της. Ένα δάκρυ κύλησε από το αριστερό μάτι του. Οι κόκκινες κορδέλες μουσκέφτηκαν. Εκείνη πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε να κοιτά χαμηλά. Εκείνος πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε να κοιτά ψηλά. Κάθε ένας μόνος, να συνεχίζουν και οι δυο αβοήθητοι τις αντίθετες ζωές τους. Μονάχα κάπου κάπου εκεί που περπατούν, ίσως να ακούσουν στο βάθος έναν αμιδρό χτύπο κάποιας άλλης γνώριμης καρδιάς που θα κάνει την κορδέλα στα μάτια τους να τρεμοπαίξει....


Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Προσωπικό

                                               

Έλα. Κάτσε δίπλα μου. Κάτσε να σου πω για τη ζωή μου. Για τα πράγματα που μου αρέσουν, για τα πράγματα που δεν μου αρέσουν, για τις παράξενες συνήθειες που έχω, για τις σκέψεις που με απασχολούν. Έλα. Κάτσε εδώ. Μη φοβάσαι. Άκουσέ με. Λες ότι με ξέρεις, μα δεν με ξέρεις. Λες ότι με ακούς, μα δεν με ακούς. Λες ότι με καταλαβαίνεις, μα δεν με καταλαβαίνεις. Το νιώθω γιατί δε με κοιτάς ποτέ στα μάτια όταν σου μιλώ για μένα. Δε με κοιτάς γιατί πολύ απλά δεν θες να με μάθεις πραγματικά. Έχεις πιστεί ότι με ξέρεις γιατί γνωρίζεις τι μουσική ακούω, τα γούστα μου στα ρούχα και στις ταινίες, τι κάνω το σαββατόβραδο. Με αδικείς όμως. Με αδικείς με άσχημο τρόπο γιατί κλείνεις την πόρτα στον πραγματικό μου εαυτό που θέλει να μιλήσει. Περίμενε, μη φεύγεις. Μη φεύγεις γιατί έχω ανάγκη να εκφραστώ. Ανάγκη να σου πω πόσο μου έχει λείψει το άγγιγμα των πλήκτρων ενός πιάνου, μια ζεστή αγκαλιά της μαμάς, ένας ζεστός καφές κοντά στη θάλασσα, η αφή καθώς βουτάω το χέρι μου στο σάκο με τις φακές στο μανάβικο της γειτονιάς. Έχω ανάγκη να σου πω πως τραγουδάω κάθε μέρα στο δωμάτειο, πως νέα υπέροχα συναισθήματα με διακατέχουν, για τη νέα μου αγάπη να τρώω την κρέμα από το καπουτσίνο με το κουταλάκι. Έχω ανάγκη να σου πω πως μου αρέσει να ταξιδεύω με το τρένο, να τρώω παγωτό χωνάκι, να χάνομαι στα στενά της πόλης με τα ακουστικά στα αυτιά. Έχω ανάγκη να σου πω για τα όνειρά μου, πως ντρέπομαι κάθε φορά που ακούω ειδήσεις, πως μου αρέσει να χαμογελώ, πως έχω παχύνει. Έχω ανάγκη να σου πω πως μου έχει λείψει να δείχνω τον πραγματικό μου εαυτό προς τα έξω, πως λυπάμαι που βλέπω πόσο μόνοι έχουμε μείνει, πως πλέον εαυτός θεωρείται ένα profil με μια φωτογραφία. Γελάς ε? Ξέρω, είναι περίεργο να μαθαίνεις τέτοιες ανόητες πληροφορίες για κάποιον. Είναι περίεργο κάποιος να αποκαλύπτει κάτι τόσο προσωπικό. Είναι περίεργο που κάποιος έχει την ανάγκη να βρει κάποιον να τον ακούσει. Πες μου όμως το λόγο που γελάς? Γελάς μαζί μου γιατί σου φαίνομαι εγώ περίεργη, ή γελάς μαζί σου που νιώθεις το φόβο να εκφραστείς? Φεύγεις. Δεν ήθελα να σε προσβάλω. Πάντως, σε ευχαριστώ για το χρόνο που σου έκλεψα για να μιλήσω για μένα. Ευχαριστώ που με άκουσες. Ευχαριστώ που μου χάρησες έστω και ένα γέλιο περιφρόνησης. Στο κάτω κάτω και αυτό μέρος του εαυτού σου είναι. Ευχαριστώ που μου έδωσες ένα λεπτό πραγματικής ελευθερίας. Ευχαριστώ και όμως να ξέρεις. Όποτε νιώσεις την ανάγκη και εσύ να μιλήσεις, είμαι εδώ για να σε ακούσω κοιτώντας σε μέσα στα μάτια.

Αφιερωμένο σε όλους τους ανθρώπους που έχουν αφτιά μα δεν "ακούνε". 

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Αγοραίοι έρωτες





Κάθομαι μόνη στο δωμάτιο. Ξέρω, είναι ακατάστατο αλλά δεν έχω όρεξη να μαζέψω. Τα πράγματα μπορούν να περιμένουν, ενώ αυτό που κάνω τώρα όχι. Έχω κλείσει τα μάτια και έχω κουλουριαστεί μέσα σε έναν αυτοσχέδιο κύκλο από μικρά κασετοφωνάκια που τοποθέτησα γύρω μου. Στα τυφλά πιάνω ένα. Πατάω το play και η κασέτα ξεκινά.
"Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου". Stop.
Το αφήνω να πέσει και πατάω το play στο επόμενο κασετοφωνάκι.
"Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου". Stop.
Τρίτο κασετοφωνάκι και μια άλλη φωνή ακούω να ψιθυρίζει.
"Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου". Stop.
 Ψηλαφίζω το τέταρτο κασετοφωνάκι και πατάω το κουμπί, αν και ξέρω τι θα ακούσω.
"Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου". Stop.
    Τι όμορφα λόγια. Τι υπέροχο να τα ακούς από άτομα που και εσένα σου αρέσουν, από άτομα που και εσύ θες, από άτομα που και εσύ περνάς καλά και ονειρεύεσαι ένα αύριο μαζί τους. Φωνάζω δυνατά ξανά και ξανά τις λέξεις που έχουν κολλήσει στο μυαλό μου. Σαν το παιδί που είναι τιμωρία στην τάξη και πρέπει να επαναλάβει εκατό φορές τη φράση: "Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου. Μήπως θέλετε να σηκώσω και το πόδι? Μήπως θέλετε να σηκώσω και τα δυο πόδια για να πονέσω ακόμα περισσότερο? Εντάξει..."
    Στα κρυφά και με μάτια δεμένα, συνεχίζω να πατάω το play στα κασετοφωνάκια. Αυτή τη φορά, όμως, όχι χωριστά, αλλά μαζί. Το δωμάτιο άρχισε να γεμίζει με φωνές διαφορετικές που έλεγαν ακριβώς το ίδιο πράγμα. "Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου αλλά....."
Αλλά. Αλλά. Αλλά. Αλλά. Σηκώνομαι και κλωτσώ τα κασετόφωνα μακριά μου, όμως οι λέξεις είναι ακόμα εκεί. Αυτό το "αλλά" μου τρυπάει το μυαλό. Μου τρυπάει την καρδιά. Μου σκίζει τα ρούχα και με αφήνει εκεί, γυμνή στο κρεβάτι να περιμένω κάποιον να αποτελειώσει τη φράση του με μια τελεία. "Κάθομαι καλά έτσι? Ή μήπως να γυρίσω και το πρόσωπό μου ώστε να βλέπετε τα δάκρυα του πόνου? Τα δάκρυα της ταπείνωσης? Εντάξει..."
     Στο βάθος ακούω τη φράση να με ακολουθεί. "Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου, αλλά..."
Απλώνω το χέρι και κοιτώ με βλέμμα παρακλητικό. Γονατίζω. Ουρλιάζω. "Σας παρακαλώ, λίγη αγάπη, λίγη στοργή, λίγο έρωτα ζητάω μόνο!!". Σταματώ.
"Μήπως να μαζέψω καλύτερα το χέρι μου για να μην σας αγγίζω? Μήπως σας λερώνω με αυτή τη θέληση για ανταπόκριση συναισθημάτων? Εντάξει..."
 Παραφέρθηκα. Αυτοχαστουκίζομαι.
"Συγγνώμη, είχα ξεχάσει πόσο νεκροί έχουμε γίνει. Συγγνώμη, είχα ξεχάσει πόση σημασία έχει η σάρκα. Συγγνώμη, είχα ξεχάσει πως ο έρωτας πλέον δεν υπάρχει. Σας ζητώ συγγνώμη, αλλά δεν ήθελα να δω..."
Ο γυμνός εαυτός μου ανοίγει τα μάτια. Προσπαθεί να κρύψει τη γύμνια του, μα μάταια. Κανείς δεν προσπαθεί να βοηθήσει. Μονάχα κοιτούν. Σκύβω το κεφάλι και μουρμουρίζω:
"Αντίο. Δε θα σε ενοχλήσω άλλο. Αντίο. Σε αφήνω να φύγεις. Αντίο. Θα κάνω πως δε με νοιάζει.
Μα αγάπη μου, πριν φύγεις, αφήνεις τα λεφτά στο κομοδίνο?"







Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Γυάλινες ανάσες

Δυο χείλη πλησίασαν το παγωμένο τζάμι. Ήταν δυο χείλη κανονικά, ούτε πολύ μικρά, ούτε πολύ μεγάλα, που παραμέριζαν για να κάνουν χώρο στο χαμόγελο όταν έκανε την εμφάνισή του κατά καιρούς. Τώρα όμως ήταν ήρεμα, γαλήνια και αγωνιούσαν για την επόμενή τους κίνηση. Την επόμενη κίνηση που δεν άργησε  να γίνει, όταν πια η απόσταση με το παράθυρο έγινε απόσταση αναπνοής. Σούφρωσαν για μια στιγμή και άφησαν τη ζεστή ανάσα να απελευθερωθεί και να θολώσει το διάφανο γυαλί.
Στην εικόνα προστέθηκε και ένα λεπτό, μακρύ δάχτυλο, το οποίο με αργές κινήσεις άρχισε να σχεδιάζει σύμβολα πάνω στο θολό τζάμι. Τα χείλη χαμογέλασαν. Τους άρεσε να παίζουν αυτό το παιχνίδι. Αυτό το "κρυφτό", που με τη φαντασία τους έπρεπε να βρουν τα κρυμμένα συναισθήματα μέσα στις εικόνες τις οποίες με τόση αρμονία έπλαθε το δάχτυλο. Μια καρδιά, ένα σύννεφο, μια νότα, ένα λουλούδι, μια μάσκα περίμεναν στο παράθυρο μέχρι τα λεπτά να περάσουν και τα χνώτα να διαλυθούν. Μα τα χείλη ήταν εκεί, για να τους ξαναδίνουν ζωή με μια καινούρια ανάσα και να προσπαθούν από την αρχή να δώσουν ένα νέο νόημα σε αυτό που αντίκριζαν.
Ο ήχος της βροχής έξω από το παράθυρο αποφάσισε να παίξει και αυτός με τα χείλη και τους έδινε ρυθμό και μελωδία σε κάθε τους κίνηση. Το δάχτυλο συνέχισε το μοναδικό χορό του πάνω στη διάφανη πίστα, ώσπου πήραν σειρά οι λέξεις. Μια αγκαλιά, ένα χάδι, ένα φιλί, μια μοναξιά, ένας έρωτας, αποτυπώθηκαν με γράμματα  στο γυάλινο χαρτί και τα χείλη παρέμεναν στη θέση τους να συνεχίζουν τις γυάλινες ανάσες. Γελούσαν, ένιωθαν ευτυχισμένα, καθώς με τη δική τους βοήθεια δημιουργούσαν κάτι τόσο απλό μα και τόσο όμορφο σε ένα μουντό και άγαρμπο τοπίο. Το παιχνίδι συνεχιζόταν και τα χείλη μαζί με το δάχτυλο και τη βροχή ένιωθαν μια έξαψη που κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει. Ούτε ο ήλιος, ούτε ο αέρας, ούτε το σκοτάδι. Μονάχα όταν τα χείλη γεύτηκαν την αλμύρα των δακρύων, κατάλαβαν πως ήρθε η ώρα να σταματήσουν. Ήταν η ώρα που η καρδιά πονούσε. Και σε αυτόν τον πόνο, κανένα παιχνίδι δεν μπορούσε να γίνει βάλσαμο.
 Όλα σταμάτησαν. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο λυγμός και οι σπασμωδικές ανάσες καθώς έβγαιναν από τα χείλη. Αυτά τα χείλη που πριν γελούσαν και τώρα είχαν μια έκφραση σύγχυσης, μια έκφραση δυστυχίας. Το δάχτυλο που πριν χόρευε και ζωγράφιζε, τώρα μάζευε τα δάκρυα από τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Η βροχή αρκέστηκε στο να πέφτει πιο σιγά, πιο μαλακά.
Είχαν ξεχαστεί με το παιχνίδι. Είχαν ξεχαστεί με αυτή τη γυάλινη πραγματικότητα που τα έκανε ευτυχισμένα. Είχαν ξεχάσει πως με το γυαλί, η καρδιά δεν μπορεί να παίξει. Πως η καρδιά είναι σαν το γυαλί. Πως οι αναμνήσεις είναι σαν τις εικόνες πάνω στο τζάμι. Ναι, είχαν ξεχάσει πως ο πόνος σε μια γυάλινη καρδιά δεν φαίνεται. Είχαν ξεχάσει πως μόνο με ανάσα ζεστή, μπορείς να διακρίνεις τα σχέδια και τις σκέψεις που είναι ακόμα εκεί χαραγμένα. Σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα που όταν δε φυσάς, γυάλινα χαμόγελα τα κρύβουν. Σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα, που τα χρόνια γυάλινα τα ντύνουν. Σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα, που μόνο γυάλινες ανάσες φανερώνουν.