Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Το πιο λαμπερό στολίδι


Ήταν, θαρρώ, μια βδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, όταν η μικρή Ματίνα με τη μητέρα της έβγαλαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο από την αποθήκη και το έβαλαν στο σαλόνι για να το διακοσμήσουν. Η ένταση μέσα στην κούτα των στολιδιών ήταν μεγάλη, καθώς εδώ και ένα χρόνο τα στολίδια περίμεναν τη μεγάλη στιγμή, που θα σκαρφάλωναν ξανά στα κλαδιά του δέντρου. Ήταν στολίδια κάθε λογής. Αγγελάκια, αστεράκια, φωτάκια και πολλές, πολλές μπάλες, όλες στο χρώμα του κόκκινου. Όλες, εκτός από μία. Μια μικρή γαλάζια μπάλα στεκόταν σφηνωμένη στην άκρη της κούτας και σιγοτραγουδούσε.
"Τι δώρο λέτε να πάρει φέτος η μικρή?" αναρωτήθηκε κάποια στιγμή το γαλάζιο στολίδι.
"Α,δεν έχω ιδέα. Κάτι φανταχτερό όμως, ως συνήθως" απάντησε μια από τις κόκκινες μπάλες.
"Ποπο, νιώθω μεγάλη χαρά που θα ξαναβγούμε έξω!" αναφώνησε εκείνο. "Θα δούμε επιτέλους το φως του ήλιου, θα στολίσουμε τα κλαδιά του ψηλού δέντρου, θα ακούσουμε χριστουγεννιάτικες μουσικές, θα...."
"Σώπασε βρε καημένο. Πως κάνεις έτσι? Σιγά!" το αποπήρε μια μεγάλη γέρικη κόκκινη μπάλα.
"Μα γιατί το λες αυτό?" είπε το στολίδι στεναχωρημένο.
"Γιατί έχω βαρεθεί κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια. Πάλι θα στολίσουμε το ίδιο δέντρο, πάλι θα ακούσουμε τα ίδια τραγούδια, πάλι θα δούμε τα ίδια πρόσωπα. Μακάρι να στολίζαμε το κεντρικό δέντρο στην πλατεία! Εκεί να έβλεπες ζωή και μεγαλεία που θα περνούσαμε!"
"Έχεις άδικο. Δε με νοιάζει ποιο δέντρο θα στολίσω ή ποια πρόσωπα θα δω. Η δουλεία μου είναι να λάμψω και να ομορφήνω όσο μπορώ τα Χριστούγεννα και δε θα αφήσω κάποιον σαν εσένα να μου το χαλάσει." Είπε η γαλάζια μπάλα με καμάρι και ξεκίνησε ξανά να σιγοτραγουδάει.

Η κούτα άνοιξε και η μικρή Ματίνα άρχιζε να βγάζει τα στολίδια έξω και να τα παίρνει στη μητέρα της. Βγήκαν τα αγγελάκια,βγήκαν τα αστεράκια,βγήκαν και οι κόκκινες μπάλες, ώσπου ο γαλάζιος γλόμπος έμεινε μόνος μέσα στην κούτα.
"Μαμά, αυτό το μπλε στολίδι να στο φέρω?"φώναξε η μικρή.
"Όχι παιδί μου, από φέτος λέω να μη βάζουμε άλλα χρώματα εκτός από κόκκινο. Πέτα το!" ήρθε η απάντηση. Η μικρή πήρε την κούτα και την πέταξε στα σκουπίδια έξω από το σπίτι.
Η γαλάζια μπάλα έμεινε εκεί, ολομόναχη, να κλαίει και να εύχεται κάποια στιγμή, να έρθει η μικρή, να το ελευθερώσει και να το βάλει στην κορυφή του δέντρου. Η στιγμή αυτή δεν ήρθε ποτέ. Μονάχα κάτι γάτες ταρακούνησαν την κούτα και πέταξαν τη μπάλα στην άκρη του δρόμου με τόση δύναμη, που αυτή έσπασε.
Ήταν Χριστούγεννα όταν το γαλάζιο στολίδι μετρούσε τις τελευταίες ώρες ζωής πάνω στον κόσμο, ελπίζοντας για ένα θαύμα. Και λίγο πριν πει το τελευταίο αντίο, άκουσε ένα μικρό αγόρι που το πλησίαζε, να φωνάζει: " Γιαγιά, κοίτα τι όμορφο και λαμπερό παιχνίδι!Μπορώ να το πάρω μαζί μου??"

Βραδιά Χριστουγέννων. Σε ένα απλό και μικρό σπιτάκι, μια οικογένεια αντάλλασσε αγκαλιές και ευχές για υγεία και ευτυχία. Και εκεί, στην άκρη του δωματίου, πάνω σε ένα δεντράκι, το στολίδι άφησε ευτυχισμένο, την τελευταία και πιο λαμπερή πνοή του...


Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Θέατρο Ζωής


Είναι καλή ηθοποιός η Μαρίνα. Από τις καλύτερες που έχω γνωρίσει. Πάντα έχει μια διάθεση υπέροχη, μια σκέψη θετική. Χαμογελά δείχνοντας τα κατάλευκα δόντια της και όταν γελά, αχ, όταν γελά, το γέλιο της κάνει την ψυχή σου να αναυλίζει από χαρά. Δεν λέει κακό λόγο για κανέναν και πάντα είναι εκεί να ακούσει τα προβλήματά σου. Ναι, είναι καλή ηθοποιός η Μαρίνα. Μέχρι που μια σφαίρα έρχεται και σου αλλάζει όλη την αντίληψη σε ένα δευτερόλεπτο. Ναι, ήταν καλή ηθοποιός η Μαρίνα. Από τις καλύτερες που έχω γνωρίσει. Έδειχνε να έχει μια διάθεση υπέροχη, όταν μέσα της κυριαρχούσε η θλίψη. Έκανε το γέλιο της να φαντάζει ζωντανό, ενώ ήταν κενό και άψυχο. Πάντα ήταν εκεί να ακούσει τα προβλήματα σου, μα δεν ήθελε ποτέ να ακούσεις εσύ τα δικά της. Το πρόσωπό της ήταν μια καλοφτιαγμένη και όμορφη μάσκα, που έκρυβε την πραγματική του αθλιότητα. Το σώμα της ήταν μια στολή τόσο φωτεινή, που κάλυπτε τη σκοτεινότητα της ψυχής της. Η ψεύτικη φωνή της ήταν γλυκιά και δυνατή, που έκρυβε την τραχύτητα και την αδυναμία της αληθινής. Ήταν καλή ηθοποιός η Μαρίνα. Από τις καλύτερες που έχω γνωρίσει. Γιατί κατάφερε να δείχνει τη θλίψη ως ευτυχία και τον πόνο ως χαρά, εξαπατώντας το αδιάφορο κοινό σε αυτό το αχανές θέατρο της Ζωής.



Αντίο Μαρίνα. Ελπίζω εκεί που πας, να κατέβεις από τη σκηνή και να αφήσεις ελεύθερο, έστω και από τα καμαρίνια, αυτό που πραγματικά είσαι.

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Όταν οι νότες ταξιδεύουν


Μες στη σιωπή ένα πιάνο ήχησε. Μέσα στο σκοτάδι, οι νότες συνέθεταν ένα σταθερό, απαλό, λυπηρό τραγούδι. Κάποιος έπαιζε με συναίσθημα. Κάποιος ήθελε να εκφράσει κάτι. Κάποιος μιλούσε με νότες.
Αεράκι φύσηξε, και από το ανοιχτό παράθυρο ταξιδεύουν οι νότες προς τον ουρανό του απογεύματος, που ο βασιλεμένος ήλιος του έδινε μια εικόνα μαγική.
Μια κοπέλα κάθεται σε ένα παγκάκι και διαβάζει ένα βιβλίο, όταν ξαφνικά οι νότες της χαϊδεύουν απαλά τα αυτιά. Σταματά και κοιτάει τα πεσμένα φύλλα του φθινοπώρου. Για λίγη ώρα κάτι σκέφτεται και τα μάτια της δείχνουν μελαγχολικά και λυπημένα. Η μουσική τής γεννάει συναισθήματα που νόμιζε πως είχε ξεχάσει, αναμνήσεις που νόμιζε πως είχε διαγράψει, πρόσωπα που νόμιζε πως είχε προσπεράσει. Μια μικρή σταγόνα από δάκρυα κύλησε στο μάγουλό της. Την αγγίζει, χαμογελά και σκύβει πάλι αφοσιωμένη πάνω από το βιβλίο της.
Ξεκίνησε να βρέχει. Η μουσική εγκλωβίζεται στις σταγόνες της βροχής και ταξιδεύει. Οι άνθρωποι προσπερνούν αδιάφοροι και βιαστικοί για να προλάβουν να μη βραχούν. Μόνο ένα μικρό κορίτσι στέκει εκεί, ακίνητο, στην άκρη του πεζοδρομίου. Έχει τα μάτια του κλειστά και αφήνει το νερό της βροχής να της δροσίσει το πρόσωπο. Σηκώνει απαλά το χέρι, το κουνάει στο ρυθμό της μουσικής και σιγά-σιγά αρχίζει να χορεύει, αφήνοντας τη βροχή να της δώσει κίνηση. Χορεύει γρήγορα μα αργά,χαρούμενα μα πονεμένα, γυναικεία μα παιδικά. Κανείς δε κοντοστέκεται να δει τον περίεργο χορό της αλλά αυτή συνεχίζει. Η βροχή σταματά και το μικρό κορίτσι με φλογισμένα μάτια και γεμάτη ενέργεια συνεχίζει το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.
Οι νότες συνεχίζουν το ταξίδι τους προς τον ήλιο και η μελωδία τους γίνεται ένα με τα σύννεφα και τις απογευματινές ακτίνες. Και έτσι, κάνει την εμφάνισή του δειλά- δειλά το πολύχρωμο ουράνιο τόξο. Μικρό και φωτεινό σαν στολίδι.
Ένα αγόρι είδε πως σταμάτησε η βροχή και ανοίγει το παράθυρο να πάρει αέρα. Αντικρίζει το ουράνιο τόξο και η μελωδία αμέσως τον συνεπαίρνει. Παίρνει μια λευκή κόλλα χαρτί και ξεκινάει να γράφει. Γράφει για κόσμους μαγικούς,παραμύθια με ξωτικά νεράιδες και αγγέλους. Γράφει για αισθήματα που δεν εκφράστηκαν και έρωτες που κρύφτηκαν. Για όνειρα που ξεφτίσαν και μυστικά ανείπωτα. Για τη ζωή και το θάνατο. Για τους ανθρώπους.
Το πιάνο σταματάει να παίζει μελωδίες. Ο πιανίστας σηκώνεται και κλείνει αργά-αργά το καπάκι. Η κοπέλα κλείνει το βιβλίο και παίρνει το δρόμο του γυρισμού. Το μικρό κορίτσι έχει φτάσει πια σπίτι. Το ουράνιο τόξο ξεθωριάζει και το αγόρι τελειώνει το γράψιμο. Είναι ώρα για ύπνο. Καμιά φωνή και καμιά μουσική δε σπάει τη σιγαλιά της νύχτας, μα μέσα στα όνειρά τους, η μελωδία συνεχίζει να ζωντανεύει και να συντροφεύει τις μοναχικές ψυχές τους...

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Μια νυχτερινή ιστορία


Φύσαγε αεράκι. Ήταν μια αδιάφορη νύχτα καλοκαιριού, χωρίς φεγγάρι μαγικό και χωρίς αστέρια που λαμποκοπούν σαν χρυσάφι.
Τότε επέλεξε να γενηθεί το μικρό νυχτολούλουδο στη γλάστρα της κυρά-Γεωργίας. Πολλές φορές είχε γκρινιάξει η κυρά-Γεωργία για αυτό το μπουμπούκι. Το πότιζε κάθε μέρα, του μιλούσε, το φιλούσε, αλλά αυτό δεν έλεγε να ανθίσει. Μονάχα εκείνο το αδιάφορο βράδυ πήρε την απόφαση να δει τον κόσμο και επιτέλους να ζήσει.
Ήταν πανέμορφο. Λευκό, με μακριά πέταλα και στη μέση αχνοφαίνονταν η κιτρινόχρυση γύρη. Και είχε μια ευωδιά που όμοιά του δεν είχε μυρίσει άνθρωπος.
"-Απόψε θα ζήσω." είπε το νυχτολούλουδο και άρχισε να παρατηρεί γύρω του τον κόσμο.
"-Ειναι κανεις εδώ?" ρώτησε απορρημένο, μα καμιά απάντηση δεν ήρθε.
Το λουλούδι παραξενεύτηκε και κατσούφιασε. Γιατί δεν ήταν εκεί η κυρία που το φρόντιζε, για να μιλήσει μαζί της? Γιατί ένιωθε τόσο μόνο και παραμελημένο? Και καθώς τα σκεφτόταν όλα αυτά, έβαλε τα κλάματα.
"-Γιατί κλαίς όμορφο λουλούδι?" ακούστηκε μια λεπτή μελωδική φωνή.
Το λουλούδι γύρισε δακρυσμένο και αντίκρισε μια πανέμορφη πλουμιστή πεταλούδα που το κοιτούσε όλο συμπόνια και γλύκα.
"-Κλαίω γιατί είμαι μόνο μου." αποκρίθηκε εκείνο όλο παράπονο. "Φοβάμαι να μην έχω κανέναν να μιλήσω και κανέναν να μου κάνει συντροφιά."
"-Θές να μείνω εγώ μαζί σου?" ψιθύρισε η πεταλούδα
"-Αν θέλω λέει!" είπε όλο χαρά το νυχτολούλουδο.
"-Μένεις πολύ καιρό εδώ?"
"-Ω,ναι. Η κυρία Γεωργία με μεγάλωσε από σπόρο. Με αγαπά τόσο πολύ και θα ήθελα πολύ να την δω, έστω για μια τελευταία φορά, πριν ξεψυχήσω."
"-Θα πεθάνεις?"
"-Ναι. Βλέπεις τα νυχτολούλουδα σαν εμένα μόλις ανοίξουν τα πέταλά τους έχουν πολύ λίγες ώρες ζωής ακόμα. Για αυτό, πιστεύω ότι είμαι πολύ άτυχο που γεννήθηκα έτσι."
"-Μην ακούω βλακείες." είπε μουτρωμένη η πεταλούδα. "Και εγώ πριν λίγες ώρες γεννήθηκα και σε λίγες ώρες θα πεθάνω, αλλά δε σκέφτομαι έτσι. Μπορεί να έχεις όλη την αιωνιότητα μπροστά σου και να μην κάνεις τίποτα. Αλλά μέσα σε μια ώρα μπορείς να τραγουδήσεις, να χορέψεις, να ερωτευτείς, να ονειρευτείς, να φωνάξεις, να παίξεις, να γελάσεις, να κλάψεις, να αγαπήσεις. Σημασία δεν έχει πόσο χρόνο ζωής έχεις, μα πώς θα περάσεις αυτό το χρόνο. Δική σου είναι η επιλογή...
"-Πεταλούδα, θέλεις τις ώρες που μας απομένουν να ζήσουμε?"
"-Και το ρωτάς?"

Έτσι, λοιπόν, οι δυο ήρωές μας, εκείνο το βράδυ τραγούδησαν, χόρεψαν, ονειρεύτηκαν, φώναξαν, έπαιξαν, γέλασαν, έκλαψαν, και φυσικά, ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλο. Μέχρι που ήρθε η αυγή....


"-Πεταλούδα,με αγαπάς?"

"-Σ'αγαπώ. Εσύ, νυχτολούλουδο, με αγαπάς?"
"-Και το ρωτάς??"

Μπορεί κάποιοι να ελπίζουν να ακούσουν ότι τελικά η πεταλούδα και το νυχτολούλουδο δεν πέθαναν και έζησαν καλά και εμείς καλύτερα. Ή ίσως, ότι συναντήθηκαν σε κάποια άλλη ζωή και έμειναν αχώριστοι. Εγώ όμως, η Πραγματικότητα, έρχομαι να σας ταρακουνήσω και να πω ότι εκείνο το πρωί η κυρία Γεωργία, όταν ξύπνησε, αντίκρισε ένα μαραμένο λουλούδι στο μπαλκόνι της, με μια πεταλούδα στην άκρη της γλάστρας να στέκει νεκρή. Ξέρω ότι ακούγεται θλιβερό και πονάει, μα όπως είπε η πεταλούδα, σημασία έχει να απολαμβάνεις την κάθε στιγμή, την κάθε ανάσα, το κάθε λεπτό μέχρι το τέλος. Και πιστέψτε με, μπορεί το νυχτολούλουδο και η πεταλούδα να έζησαν μόνο μια νύχτα, μα ήταν η ωραιότερη νύχτα της ζωής τους....

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Ο πόνος μέσα μου


-Γιατί κλαίς μικρό κορίτσι? Μήπως έτσι δεν είναι η ζωή? Μήπως νόμιζες οτι όλα είναι ρόδινα?
Πονάς και το ξέρω. Πονάς τόσο που τα δάκρυα δεν τολμούν να στάξουν για να μην κάψουν το δέρμα των ματιών σου.
Άσε τη θλίψη, διώξε την. Πέτα την εκεί που της αξίζει,στα σκουπίδια....


-Μα πώς? Όλα είναι εύκολα να τα λες, αλλά σάμπως εσυ δεν πονάς? Σάμπως εσύ δεν χτυπάς δυνατά? Εσύ φταίς..εσύ. Αν δεν υπήρχες δε θα έκανα όνειρα, δε θα ερωτευόμουν,δε θα πονούσα. Όλα είναι μάταια. Σταμάτα...σταμάτα για να μην έρθει κάποια στιγμή που θα πονέσεις τόσο και θα είναι αργά.....


-Ποτέ δεν είναι αργά για αισθήματα. Ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσεις.... Γιατί όσες φορές και αν πέσεις,άλλες τόσες φορές θα σηκωθείς. Και αν καμιά φορά κουραστείς να πέφτεις, τότε σίγουρα ένα χέρι θα εμφανιστεί απ' το σκοτάδι για να σου δώσει ώθηση για τρέξιμο..ώθηση για ζωή....
Τρέχα, λοιπόν, μικρό κορίτσι,τρέχα. Και πρόσεξε,μην κοιτάς πίσω,απόλαυσε την καινούρια διαδρομή που απλώνεται μπροστά σου....
Με αγάπη, η πληγωμένη σου καρδιά.

Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

Εξωμολογήσεις μιας,όχι και τόσο τρελής


Πολλοί με φωνάζουν τρελή....
Κάποιες φορές γελάω μόνη μου όταν προχωράω στο δρόμο, ενώ άλλες πάλι φωνάζω σε κάποιον περαστικό για να ξεθυμάνω τη στεναχώρια που νιώθω μέσα μου. Και?κακό είναι?
Κακό είναι που έχω έναν φίλο φανταστικό και του μιλάω φωναχτά? Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι περίεργο αυτό! Καλύτερα ένας φίλος δημιούργημα παρά κάποιος που δεν ξέρεις ποτέ αν θα σε πληγώσει. Δική μου άποψη.Δική μου άποψη.ΛαΛαλαλαλα!
Δε ζω στη γη. Ζω σε έναν δικό μου κόσμο, με δικούς μου κανόνες και δικά μου δεδομένα! Δεν έχω κάποιον να μου λέει τι πρέπει να κάνω και τι δεν πρέπει. "Πρέπει", άγνωστη λέξη στο λεξιλόγιο μου.
Ωπ... να πάλι κάποιος που με φώναξε τρελή! Ναι,είμαι τρελή, τρελή από χαρά! Χαχαχα!Όλα μου φαίνονται τόσο αστεία! Το ντύσιμό τους, οι ομιλίες τους, οι εκφράσεις τους!! Όλα!!
Απορώ με τους άλλους ανθρώπους που ζουν στον έξω κόσμο, μέσα στη δυστυχία, ενώ εγώ μπορώ και έχω τόση ευτυχία όλη για τον εαυτό μου. Στον κόσμο μου αυτοί είναι οι περίεργοι και εγώ η κανονική. Χαχαχαχα, διακρίσεις και αυτές....
Το θεωρώ χαζό που εκείνοι έχουν αμάξια με ρόδες ενώ εγώ έχω φτερά. Το θεωρώ αισχρό που εγω μιλώ με τα ζώα και τα δέντρα ενώ αυτοί όχι. Το θεωρώ γελοίο να ζουν απλώς σε έναν κόσμο φτιαχτό και ψεύτικο και να προσποιούνται οτι χαίρονται. Το θεωρώ...
Τι θες?οκ, έρχομαι, μισό λεπτό να τελειώσω.
Με φωνάζουν! Θέλω να φύγω, να πάω μια βόλτα να θαυμάσω τη φύση με το φίλο μου.
Τα λέμε πάλι κάποια άλλη φορά που θα κατέβω στον κόσμο σας! Αντίο. Αντίο από μια τρελή που ταξιδεύει σε έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο τρελό και χαρούμενο....

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Φοβισμένα όνειρα


Νύχτα πρώτη, ώρα 03:45

Ξυπνάω ιδρωμένη στο κρεβάτι. "Κακό ονειρο" λέω από μέσα μου και ησυχάζω που επιτέλους ξέφυγα. Η ανάμνηση του ονείρου είναι θολή, μα ο πόνος και ο τρόμος που ένιωσα είναι στιβαγμένα μέσα μου. Φοβάμαι, δεν θέλω να κλείσω τα μάτια μου ξανά! Ξαπλώνω ανάσκελα, προσπαθώ να χαλαρώσω και να διώξω κάθε σκέψη. Ο Μορφέας ήρθε να με πάρει ξανά....


Νύχτα δεύτερη, ώρα 04:30


Τι δάσος είναι αυτό? Τα δέντρα είναι από χρυσάφι φτιαγμένα και έχουν καρπούς από ασήμι. Όλα είναι μια οφθαλμαπάτη... φοβάμαι να προχωρήσω, φοβάμαι να μιλήσω. Νομίζω πως ο θάνατος με περιμένει στη γωνία. Όχι δε θέλω να ονειρευτώ άλλο.... σταμάτα.... ΣΤΑΜΑΤΑ!!


Νύχτα τρίτη, ώρα 3:30


Νιώθω ένα χάδι στο μάγουλο μου. Προσπαθώ να βρω την πηγή που το προκάλεσαι. Δεν θέλω να με αγγίζουν, όχι! Φοβαμαι. Ίσως είναι το χέρι ενός εχθρού,ίσως όμως. Νιώθω τον εαυτό μου να τρέμει σε αυτόν τον κόσμο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας...


Νύχτα τρίτη, ώρα 02:59


Πέφτω. Κανείς δεν με κρατάει. Ουρλιάζω όσο πιο δυνατά μπορώ μα καμιά απαντηση. Χάνομαι, γίνομαι μηδενικό, όπου να'ναι θα πιάσω πάτο. Και μέτα,τι?? Το χάος. Όχι,δε θέλω....Βοήθειαααααααααα!!


Εκείνο το πρωί ο ήλιος με βρήκε αγκαλιά με το μουσκεμένο από τα δάκρυα μαξιλάρι μου και με παρηγόρησε με τις μεγάλες χρυσαφένιες ακτίνες του. Τι ωραίο που είναι το φως! Ζεστό,γαλήνιο,φιλικό, δεν είναι ξένο και φοβερό σαν το σκοτάδι...

Τι συμβαίνει όμως? Φοβάμαι να ονειρευτώ? Σκιάζομαι και αγχώνομαι που δεν μπορώ πια να απολαύσω τα όνειρα μου. Αισθάνομαι αδύναμη, φοβάμαι να κοιμηθώ!
Το φως με οδηγεί σε μικρά σκαλιστά στενά, σε μαγαζάκια ξεχασμένα και ξεχαρβαλωμένα. Και να, εκεί καθόταν και με περίμενε χρόνια, πάνω στον ξύλινο πάγκο ενός εγκαταλελλημένου μαγαζιού.
Και τότε ήταν που άκουσα μέσα μου μια φωνή που μου έλεγε: "μη φοβάσαι να ταξιδέψεις,μην φοβάσαι να ζήσεις....τα όνειρα είναι ζωή....Ονειρέψου...Θα είμαι εγώ μαζί σου να σε προστατεύω"


Νύχτα τέταρτη ώρα 5:30

Κοιμάμαι γλυκά. Στο όνειρο πετάω για κόσμους μακρυνούς, μαγικούς, ακίνδυνους! Χαμογελώ, δεν έχω λόγο άλλωστε να μην το κάνω!
Ξέρω οτι πλέον έχω τον ίδιο μου τον εαυτό και δύναμη συντροφιά. Σε ευχαριστώ που με έκανες να το καταλάβω..... Σε ευχαριστώ...

Από εκείνη την ημέρα μια μικρή ονειροπαγίδα κρέμμεται πάνω από το κρεβάτι μου, προστάτης και καθοδηγητής των ονείρων μου...