Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Με μια κόκκινη κορδέλα








Περπατούσε με τα μάτια δεμένα. Σφιχτά δεμένα. Ούτε μια δέσμη φωτός δεν περνούσε από την κόκκινη κορδέλα. Το ίδιο και ο διπλανός της. Και η διπλανή της. Και όλοι οι κάτοικοι του κόσμου αυτού. Προχωρούσαν στα τυφλά. Σκοντάφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς όμως να σταματούν, χωρίς να βοηθούν ή να βοηθιούνται, χωρίς να αγγίζονται. Έτρεχαν να προλάβουν. Να προλάβουν κάτι που μόνο οι ίδιοι ήξεραν. Δεν μιλούσαν, δεν άκουγαν, δεν ένιωθαν. Δεν ήταν ότι δεν μπορούσαν, ήταν ότι δεν ήθελαν. Όλοι σαν κούκλες που ζούσαν μοναχές του. Είχαν σώμα, είχαν στόμα, είχαν αυτιά, αλλά ήταν ψυχικά νεκρές.

Εκείνη προχωρούσε με γρήγορα βήματα. Εκείνος προχωρούσε με αργά βήματα. Δεν την ένοιαζε αν έριχνε περαστικούς στην πορεία της. 'Ετσι κι αλλιώς θα ξανασηκώνονταν και θα έριχναν και εκείνοι άλλους με τη σειρά τους. Δεν τον ένοιαζε αν θα τον έριχναν οι περαστικοί στην πορεία τους. Έτσι κι αλλιώς θα ξανασηκωνόταν και θα εριχνε και εκείνος άλλους με τη σειρά του. Το κεφάλι της ήταν στραμμένο χαμηλά σα να μετρούσε τα βήματα που έκαναν τα πόδια της με τα λουστρινένια κόκκινα παπουτσάκια της. Το κεφάλι του ήταν στραμμένο ψηλά σαν να μετρούσε τα σύννεφα που περνούσαν από τον καταγάλανο ουρανό. Μόνο που κανένας από τους δυο δεν έβλεπε, καθώς η μεγάλη κόκκινη κορδέλα που είχαν δεμένη στα μάτια τούς εμπόδιζε να δουν το ο,τιδήποτε. Προχωρούσε εκείνη. Προχωρούσε  εκείνος. Δρόμοι αντίθετοι. Κατευθύνσεις αντίθετες. Ζωές αντίθετες. Και ξάφνου, κάποιος την έσπρωξε δυνατά. Aργά αλλά σταθερά άρχισε να πέφτει  και να κυλιέται μπρόυμιτα στο δρόμο λεκιάζοντας με αίμα τα χέρια και το ολόλευκο καλτσόν της. Και ξάφνου, κάποια τον έσπρωξε δυνατά. Aργά αλλά σταθερά άρχισε να πέφτει και να κυλιέται μπρούμιτα στο δρόμο λεκιάζοντας με αίμα τα χέρια και το ολόμαυρο μαντελόνι του. 'Εμειναν εκεί. Παγωμένοι. Και οι δυο με τα χέρια απλωμένα και χτυπημένα πάνω στο δρόμο. Έκαναν να σηκωθούν ακουμπώντας τις παλάμες τους για στήριγμα στο δρόμο.Αυτό όμως που ένιωσαν δεν ήταν σκληρό και τσιμεντένιο, αλλά μαλακό και ζεστό. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Τράβηξε το ΄χερι της κοντά της. Τράβηξε το χέρι του κοντά του.Μπροστά τους μόνο σκοτάδι. Δεν έβλεπαν τίποτα. Για πρώτη φορά μόνο άκουγαν την καρδιά τους να χτυπάει δυνατά. Ο πρώτος ήχος που άκουγαν. Άπλωσε ξανά διστακτικά το χέρι της. Τό άπλωσε και εκείνος. Τα δαχτυλά τους ενώθηκαν, τα χέρια τους ενώθηκαν, οι χτύποι των καρδιών τους ενώθηκαν.Φιλήθηκαν και οι κορδέλες έπεσαν με μιας. Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα καστανά μάτια του. Την κοίταξε βαθιά μέσα στα γαλανά μάτια της. Χαμογέλασαν. Πλησίασαν. Ένιωσε την ανάσα του στο κουτελό της. Ένιωσε την ανάσα της στο λαιμό του. Την κράτησε σφιχτά. Τον κράτησε δυνατά. Την ξαναφίλησε. Τον ξανακοίταξε. Οι παλμοί τους έγιναν γρήγοροι και μια μέθη τους περιτριγύριζε. Η μέθη του ονείρου...

 Περαστικοί περνούσαν και προσπερνούσαν. Κανείς δεν έδινε σημασία. Κανείς δεν σταματούσε. Άλλοι έπεφταν, άλλοι έσπρωχναν, άλλοι έτρεχαν γρήγορα και όλοι με τις κορδέλες δεμένες στα μάτια. Και μες στη ζάλη της κάποιος την χτύπησε. Και μες στη ζάλη του κάποια τον χτύπησε. Πόνος. Αφέθηκαν. Αστραπιαία οι κορδέλες επέστρεψαν και δέθηκαν πιο σφιχτά από πριν. Εκείνη χαμένη και μόνη άρχισε να ουρλιάζει χωρίς όμως να βγαίνει φωνή από το στόμα της. Εκείνος τρομαγμένος και ανήσυχος άρχισε να ψάχνει στα τυφλά με τα χέρια του τριγύρω. Τίποτα. Τα πάντα είχαν χαθεί. Εκείνη δεν άκουγε πια την καρδιά του. Εκείνος δεν άκουγε πια την καρδιά της. Άπλωσαν και οι δυο τα χέρια ως μια τελευταία προσπάθεια μα μάταια. Ένα δάκρυ κύλησε από το δεξί μάτι της. Ένα δάκρυ κύλησε από το αριστερό μάτι του. Οι κόκκινες κορδέλες μουσκέφτηκαν. Εκείνη πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε να κοιτά χαμηλά. Εκείνος πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε να κοιτά ψηλά. Κάθε ένας μόνος, να συνεχίζουν και οι δυο αβοήθητοι τις αντίθετες ζωές τους. Μονάχα κάπου κάπου εκεί που περπατούν, ίσως να ακούσουν στο βάθος έναν αμιδρό χτύπο κάποιας άλλης γνώριμης καρδιάς που θα κάνει την κορδέλα στα μάτια τους να τρεμοπαίξει....


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου