Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Λέξεις στο σκοτάδι



 Καθόταν μόνη. Κουκουλωμένη με το ζεστό της πάπλωμα και την μάλλινη κουβέρτα της στο απόλυτο σκοτάδι, παρέα με ένα τετράδιο και ένα μολύβι. Γόμα δεν υπήρχε, και αυτό γινόταν εμφανές από τις πολλές μουτζούρες και τα τσαλακωμένα χαρτιά που υπήρχαν τριγύρω. Είχε τόσα να πει, μα καθόλου θάρρος να τα γράψει. " Όχι", "θέλω", "όνειρα", "χρόνος", "μακριά", "φόβος" ήταν μερικές λέξεις που μπορούσες να διακρίνεις με δυσκολία από τα τσαλακωμένα και κακογραμμένα χαρτιά. Εκείνη έγραφε και έσβηνε. Μάλλον όχι, δεν έσβηνε, μουτζούρωνε. Όπως μουτζούρωνε και έκρυβε τις σκέψεις της. "Περίεργο" ψέλλισε. "Κάνουμε όνειρα και τρέφουμε ελπίδες που όταν γίνονται πραγματικότητα τις σκοτώνουμε εμείς οι ίδιοι με το φόβο μήπως γίνουν όλα κομμάτια. Άτιμο παρελθόν. Άτιμο μέλλον. Σκοτώνεις το παρόν με έναν τρόπο ανάξιο. Χωρίς να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, βλέπει τους δολοφόνους του να το σκοτώνουν αργά και βασανιστικά."
Πήρε το τετράδιο και έγραψε τη λέξη ΠΑΡΟΝ με κεφαλαία γράμματα και με ένα βέλος το ένωσε με τη λέξη ΖΩΗ. "Μα τι λέω?" ψιθύρισε. "Το παρελθόν είναι ο καθοδηγητής, το μέλλον η προσμονή και το παρόν....το παρόν είναι παρόν."
Έκανε μια γκριμάτσα και έσκισε την κόλλα. Δεν ήξερε τίποτα. Δεν μπορούσε να αποφασίσει τίποτα. Στο κεφάλι της εκατομμύρια λέξεις την πίεζαν να γράψει κάτι για να ησυχάσει η καρδιά και το μυαλό να πέσει σε ύπνο βαθύ. Έβαλε τα κλάματα. Δεν μπορούσε να αποφασίσει. Πάντα ήθελε να ξέρει την επόμενη της κίνηση. Να είναι όλα σε τάξη. Όχι όλα...μονάχα τα όνειρα, οι στόχοι της, το πρόγραμμά της, αλλά το παρόν επιφυλάσσει εκπλήξεις. Εκπλήξεις που μπορεί να σκάσουν σαν βόμβες όταν το παρελθόν εμφανίζετε στη σκηνή και σαν υπεροπτικός ηθοποιός υποκλίνεται και κλείνει την αυλαία. Την αυλαία της χαράς. Την αυλαία του παρόντος. Έκλεισε τα μάτια, πήρε μια καθαρογραμμένη κόλλα και έγραψε με μεγάλα γράμματα. ΕΣΥ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙΣ. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε τη φράση.
 "Και ο φόβος? Τι γίνεται ο φόβος που φωλιάζει πάντα μέσα στην καρδιά μας? Αυτόν τον ξέχασα" δυσανασχέτησε και για ακόμα μια φορά έσκισε την κόλλα.
"Η χαρά και ο φόβος, ένα ζευγάρι ασυμβίβαστο μα ταυτόχρονα απόλυτα συμβατό. Φόβος από το παρελθόν, φόβος για το μέλλον που θα έρθει, φόβος για τη χαρά σου που θα φύγει μακριά. Γαμώτο. Πάλι αυτό το παρελθόν. Πάλι το μέλλον."
Εκνευρισμένη πέταξε το τετράδιο σε μια άκρη, έφτιαξε το μαξιλάρι της και έπεσε για ύπνο. Μα μέσα στα όνειρά μας, η καρδιά και το μυαλό μπαίνουν σε τάξη. Συμβιβάζονται. Αλλάζουν. Και η λύση έρχεται σαν να ήταν κρυμμένη μέσα μας και την ξέραμε από πάντα.
Με το πρωινό της ξύπνημα, πήρε μια καινούρια κόλλα χαρτί και έγραψε τη φράση:
                                               "Φοβάμαι, μα ζω και σε προσμένω"
 Μια φράση που το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μπορεσαν να συνυπάρξουν αρμονικά, όπως και αυτή με τις σκέψεις τις....