Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Όταν οι νότες ταξιδεύουν


Μες στη σιωπή ένα πιάνο ήχησε. Μέσα στο σκοτάδι, οι νότες συνέθεταν ένα σταθερό, απαλό, λυπηρό τραγούδι. Κάποιος έπαιζε με συναίσθημα. Κάποιος ήθελε να εκφράσει κάτι. Κάποιος μιλούσε με νότες.
Αεράκι φύσηξε, και από το ανοιχτό παράθυρο ταξιδεύουν οι νότες προς τον ουρανό του απογεύματος, που ο βασιλεμένος ήλιος του έδινε μια εικόνα μαγική.
Μια κοπέλα κάθεται σε ένα παγκάκι και διαβάζει ένα βιβλίο, όταν ξαφνικά οι νότες της χαϊδεύουν απαλά τα αυτιά. Σταματά και κοιτάει τα πεσμένα φύλλα του φθινοπώρου. Για λίγη ώρα κάτι σκέφτεται και τα μάτια της δείχνουν μελαγχολικά και λυπημένα. Η μουσική τής γεννάει συναισθήματα που νόμιζε πως είχε ξεχάσει, αναμνήσεις που νόμιζε πως είχε διαγράψει, πρόσωπα που νόμιζε πως είχε προσπεράσει. Μια μικρή σταγόνα από δάκρυα κύλησε στο μάγουλό της. Την αγγίζει, χαμογελά και σκύβει πάλι αφοσιωμένη πάνω από το βιβλίο της.
Ξεκίνησε να βρέχει. Η μουσική εγκλωβίζεται στις σταγόνες της βροχής και ταξιδεύει. Οι άνθρωποι προσπερνούν αδιάφοροι και βιαστικοί για να προλάβουν να μη βραχούν. Μόνο ένα μικρό κορίτσι στέκει εκεί, ακίνητο, στην άκρη του πεζοδρομίου. Έχει τα μάτια του κλειστά και αφήνει το νερό της βροχής να της δροσίσει το πρόσωπο. Σηκώνει απαλά το χέρι, το κουνάει στο ρυθμό της μουσικής και σιγά-σιγά αρχίζει να χορεύει, αφήνοντας τη βροχή να της δώσει κίνηση. Χορεύει γρήγορα μα αργά,χαρούμενα μα πονεμένα, γυναικεία μα παιδικά. Κανείς δε κοντοστέκεται να δει τον περίεργο χορό της αλλά αυτή συνεχίζει. Η βροχή σταματά και το μικρό κορίτσι με φλογισμένα μάτια και γεμάτη ενέργεια συνεχίζει το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.
Οι νότες συνεχίζουν το ταξίδι τους προς τον ήλιο και η μελωδία τους γίνεται ένα με τα σύννεφα και τις απογευματινές ακτίνες. Και έτσι, κάνει την εμφάνισή του δειλά- δειλά το πολύχρωμο ουράνιο τόξο. Μικρό και φωτεινό σαν στολίδι.
Ένα αγόρι είδε πως σταμάτησε η βροχή και ανοίγει το παράθυρο να πάρει αέρα. Αντικρίζει το ουράνιο τόξο και η μελωδία αμέσως τον συνεπαίρνει. Παίρνει μια λευκή κόλλα χαρτί και ξεκινάει να γράφει. Γράφει για κόσμους μαγικούς,παραμύθια με ξωτικά νεράιδες και αγγέλους. Γράφει για αισθήματα που δεν εκφράστηκαν και έρωτες που κρύφτηκαν. Για όνειρα που ξεφτίσαν και μυστικά ανείπωτα. Για τη ζωή και το θάνατο. Για τους ανθρώπους.
Το πιάνο σταματάει να παίζει μελωδίες. Ο πιανίστας σηκώνεται και κλείνει αργά-αργά το καπάκι. Η κοπέλα κλείνει το βιβλίο και παίρνει το δρόμο του γυρισμού. Το μικρό κορίτσι έχει φτάσει πια σπίτι. Το ουράνιο τόξο ξεθωριάζει και το αγόρι τελειώνει το γράψιμο. Είναι ώρα για ύπνο. Καμιά φωνή και καμιά μουσική δε σπάει τη σιγαλιά της νύχτας, μα μέσα στα όνειρά τους, η μελωδία συνεχίζει να ζωντανεύει και να συντροφεύει τις μοναχικές ψυχές τους...