Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Σεληνόφως





Η πορσελάνινη μπαλαρίνα στεκόταν στο τρίτο ράφι της σκονισμένης βιβλιοθήκης, δίπλα από το μεγάλο μαύρο πιάνο στο δωμάτιο του δεύτερου ορόφου. Πάντα στηριγμένη στο ένα πόδι έτοιμη να έρθει κάποιος να την κουρδίσει και να χορέψει τον υπέροχο πορσελάνινο χορό της. Κανείς, όμως, δεν ερχόταν.Την είχαν ξεχάσει σκονισμένη και λερωμένη για χρόνια. Ο μηχανισμός της είχε χαλάσει και δεν έπαιζε πια μουσική, αλλά εκείνη είχε πάντα την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα ξαναχόρευε, όπως τις παλιές καλές μέρες.

Ένα βράδυ, καθώς κοιτούσε τα πεφταστέρια από το παράθυρο δίπλα στη βιβλιοθήκη, το πόμολο έτριξε και η πόρτα του δωματίου άνοιξε. Εκείνη ξαφνιασμένη, είδε να μπαίνει μέσα ένας μελαχρινός άντρας γύρω στα τριάντα, που αμέσως με περιέργεια ξεκίνησε να περιεργάζεται το δωμάτιο. Δεν άνοιξε τα φώτα, αρκέστηκε να βλέπει στο φως του σεληνόφωτος. Την προσοχή του κίνησε το μαύρο μεγάλο πιάνο. Κατευθύνθηκε προς το μέρος του και το άνοιξε. Τα πλήκτρα ήταν κιτρινισμένα και ξεκούρδιστα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε από το να κάτσει στο σκαμπό και να παίξει έναν υπέροχο αργό μελαγχολικό σκοπό.
Η μικρή μπαλαρίνα περιεργάστηκε τον άνδρα με μεγάλο ενθουσιασμό και μόλις άκουσε τη μουσική δάκρυα την πλημμύρισαν.
"Επιτέλους" σκέφτηκε. "Θα ξαναχορέψω".
Ο άντρας, τελειώνοντας το κομμάτι στο πιάνο έστρεψε ξανά το βλέμμα του στο δωμάτιο. Δεν άργησε να ανακαλύψει τη μικρή μπαλαρίνα με τη ροζ φούστα και το πόδι στον αέρα. Πλησίασε και την πήρε με προσοχή στα χέρια του.
"Είσαι πανέμορφη" ψιθύρισε και την εξέτασε με προσοχή. Με το δάχτυλό του ακούμπησε απαλά τα σκαλιστά πόδια της, τα χέρια της, τα μαλλιά της. Και το βλέμμα του έμεινε για κάμποση ώρα καθηλωμένο στο δικό της.
Ξάφνου, μια φωνή τον φώναξε  από το κάτω πάτωμα και ο πιανίστας κίνησε να φύγει. "Θα ξαναγυρίσω" της είπε πριν κλείσει την πόρτα.
Η καρδιά της μπαλαρίνας κόντεψε να σπάσει από χαρά. Ήταν σίγουρη ότι ο άνδρας θα γυρνούσε. Ήξερε ότι, αν και χαλασμένη, θα ξαναχόρευε με συνοδία τη μουσική του πιάνου. Ήξερε ότι δεν ήταν πια μόνη... 
Το επόμενο βράδυ, υπό το σεληνόφως, ο πιανίστας έπαιζε ξανά τη μελαγχολική μελωδία του στο πιάνο,  έχοντας, όμως, τη μπαλαρίνα κοντά του να χορεύει το μαγευτικό της χορό με το πόδι της πάντα σηκωμένο στον αέρα. Μέχρι που  ξημέρωσε, και ο άνδρας, αφού τη φίλησε για καληνύχτα, χάθηκε  στο κάτω πάτωμα. 
Πολλά βράδια ακολούθησαν, στα οποία ο πιανίστας μαζί με τη μπαλαρίνα του, έπαιζαν και χόρευαν το μυστικό σκοπό τους, ώσπου έφθανε η μέρα και ο άνδρας την αποχαιρετούσε με τη φράση "θα ξαναγυρίσω".
Αν και η μπαλαρίνα έμενε μόνη την ημέρα, δεν την ένοιαζε. Πάντα έκανε πρόβες για το βραδινό χορό της, σιγοτραγουδούσε κάποια μελωδία ή σκεφτόταν τον αγαπημένο της μέχρι να φύγει ο ήλιος και να δώσει τη θέση του στο φεγγάρι. Ανυπομονούσε για τη στιγμή που θα γυρνούσε το πόμολο και η πορσελάνινη καρδούλα της θα χτυπούσε σαν τρελή. Της άρεσε πολύ αυτός ο πιανίστας. Της άρεσε ο τρόπος που την κοιτούσε όταν χόρευε, ο τρόπος που πατούσε τα πλήκτρα, ο τρόπος που της διηγόταν τις ιστορίες για τη ζωή του, τα όνειρά του, τους φόβους του. Εκείνη, όμως, παγιδευμένη στην πορσελάνη της δεν μπορούσε να του μιλήσει, αλλά ως αντάλλαγμα του χάριζε τους πιο παραμυθένιους χορούς της μαζί με το πιο λαμπερό της χαμόγελο.
 Μα μια νύχτα, ο πιανίστας δεν επέστρεψε και η μικρή μπαλαρίνα αποκοιμήθηκε μόνη της με το σεληνόφως να την παρηγορεί χαϊδεύοντας το πορσελάνινο σώμα της. Πολλές βδομάδες πέρασαν και ο πιανίστας δεν εμφανιζόταν, αλλά η μπαλαρίνα τον περίμενε ξάγρυπνη, διότι της είχε δώσει την υπόσχεσή του ότι θα ξαναγυρίσει. Και την κράτησε. 
Ένα βράδυ χωρίς αστέρια και το φεγγαρόφως να μονοπωλεί στο δωμάτιο, το πόμολο της πόρτας γύρισε και μπήκε ο πιανίστας με θλιμμένη ματιά. Κοίταξε τριγύρω ακουμπώντας στο πέρασμά του τα διάφορα αντικείμενα που βρίσκονταν στο δωμάτιο. Προσπέρασε το πιάνο, κάνοντας μόνο μια μικρή τρίλια με τα μακριά του δάχτυλα, χωρίς να καθίσει. Έφτασε μπροστά από τη βιβλιοθήκη και πήρε στα χέρια του την μπαλαρίνα σφίγγοντας την στην αγκαλιά του. 
"Θα μου λείψεις μικρή μου" της είπε. " Αντίο, δεν θα ξαναγυρίσω. Συγγνώμη." και με ένα φιλί, την άφησε στη θέση της και κίνησε να φύγει. Εκείνη, απεγνωσμένη, ήθελε να του μιλήσει, να τον ρωτήσει, να του εξηγήσει, αλλά έμεινε καθηλωμένη στην πορσελάνη της. Έβαλε όλη τη δύναμη της ψυχής της και άπλωσε τα χέρια της.Ήθελε να τον αγγίξει για τελευταία φορά πριν φύγει, αλλά παραπάτησε και έπεσε στο πάτωμα. Ένα "κρακ" ακούστηκε. Η πορσελάνη έσπασε σε χίλια κομμάτια. Η μπαλαρίνα, εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα που ήταν ελεύθερη φώναξε " Μην με αφήσεις"και διαλύθηκε στο σεληνόφως. Αλλά ο άντρας δεν την άκουσε. Ήταν ήδη στο κάτω πάτωμα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου