Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Γυάλινες ανάσες

Δυο χείλη πλησίασαν το παγωμένο τζάμι. Ήταν δυο χείλη κανονικά, ούτε πολύ μικρά, ούτε πολύ μεγάλα, που παραμέριζαν για να κάνουν χώρο στο χαμόγελο όταν έκανε την εμφάνισή του κατά καιρούς. Τώρα όμως ήταν ήρεμα, γαλήνια και αγωνιούσαν για την επόμενή τους κίνηση. Την επόμενη κίνηση που δεν άργησε  να γίνει, όταν πια η απόσταση με το παράθυρο έγινε απόσταση αναπνοής. Σούφρωσαν για μια στιγμή και άφησαν τη ζεστή ανάσα να απελευθερωθεί και να θολώσει το διάφανο γυαλί.
Στην εικόνα προστέθηκε και ένα λεπτό, μακρύ δάχτυλο, το οποίο με αργές κινήσεις άρχισε να σχεδιάζει σύμβολα πάνω στο θολό τζάμι. Τα χείλη χαμογέλασαν. Τους άρεσε να παίζουν αυτό το παιχνίδι. Αυτό το "κρυφτό", που με τη φαντασία τους έπρεπε να βρουν τα κρυμμένα συναισθήματα μέσα στις εικόνες τις οποίες με τόση αρμονία έπλαθε το δάχτυλο. Μια καρδιά, ένα σύννεφο, μια νότα, ένα λουλούδι, μια μάσκα περίμεναν στο παράθυρο μέχρι τα λεπτά να περάσουν και τα χνώτα να διαλυθούν. Μα τα χείλη ήταν εκεί, για να τους ξαναδίνουν ζωή με μια καινούρια ανάσα και να προσπαθούν από την αρχή να δώσουν ένα νέο νόημα σε αυτό που αντίκριζαν.
Ο ήχος της βροχής έξω από το παράθυρο αποφάσισε να παίξει και αυτός με τα χείλη και τους έδινε ρυθμό και μελωδία σε κάθε τους κίνηση. Το δάχτυλο συνέχισε το μοναδικό χορό του πάνω στη διάφανη πίστα, ώσπου πήραν σειρά οι λέξεις. Μια αγκαλιά, ένα χάδι, ένα φιλί, μια μοναξιά, ένας έρωτας, αποτυπώθηκαν με γράμματα  στο γυάλινο χαρτί και τα χείλη παρέμεναν στη θέση τους να συνεχίζουν τις γυάλινες ανάσες. Γελούσαν, ένιωθαν ευτυχισμένα, καθώς με τη δική τους βοήθεια δημιουργούσαν κάτι τόσο απλό μα και τόσο όμορφο σε ένα μουντό και άγαρμπο τοπίο. Το παιχνίδι συνεχιζόταν και τα χείλη μαζί με το δάχτυλο και τη βροχή ένιωθαν μια έξαψη που κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει. Ούτε ο ήλιος, ούτε ο αέρας, ούτε το σκοτάδι. Μονάχα όταν τα χείλη γεύτηκαν την αλμύρα των δακρύων, κατάλαβαν πως ήρθε η ώρα να σταματήσουν. Ήταν η ώρα που η καρδιά πονούσε. Και σε αυτόν τον πόνο, κανένα παιχνίδι δεν μπορούσε να γίνει βάλσαμο.
 Όλα σταμάτησαν. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο λυγμός και οι σπασμωδικές ανάσες καθώς έβγαιναν από τα χείλη. Αυτά τα χείλη που πριν γελούσαν και τώρα είχαν μια έκφραση σύγχυσης, μια έκφραση δυστυχίας. Το δάχτυλο που πριν χόρευε και ζωγράφιζε, τώρα μάζευε τα δάκρυα από τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Η βροχή αρκέστηκε στο να πέφτει πιο σιγά, πιο μαλακά.
Είχαν ξεχαστεί με το παιχνίδι. Είχαν ξεχαστεί με αυτή τη γυάλινη πραγματικότητα που τα έκανε ευτυχισμένα. Είχαν ξεχάσει πως με το γυαλί, η καρδιά δεν μπορεί να παίξει. Πως η καρδιά είναι σαν το γυαλί. Πως οι αναμνήσεις είναι σαν τις εικόνες πάνω στο τζάμι. Ναι, είχαν ξεχάσει πως ο πόνος σε μια γυάλινη καρδιά δεν φαίνεται. Είχαν ξεχάσει πως μόνο με ανάσα ζεστή, μπορείς να διακρίνεις τα σχέδια και τις σκέψεις που είναι ακόμα εκεί χαραγμένα. Σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα που όταν δε φυσάς, γυάλινα χαμόγελα τα κρύβουν. Σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα, που τα χρόνια γυάλινα τα ντύνουν. Σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα, που μόνο γυάλινες ανάσες φανερώνουν.