Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Μια νυχτερινή ιστορία


Φύσαγε αεράκι. Ήταν μια αδιάφορη νύχτα καλοκαιριού, χωρίς φεγγάρι μαγικό και χωρίς αστέρια που λαμποκοπούν σαν χρυσάφι.
Τότε επέλεξε να γενηθεί το μικρό νυχτολούλουδο στη γλάστρα της κυρά-Γεωργίας. Πολλές φορές είχε γκρινιάξει η κυρά-Γεωργία για αυτό το μπουμπούκι. Το πότιζε κάθε μέρα, του μιλούσε, το φιλούσε, αλλά αυτό δεν έλεγε να ανθίσει. Μονάχα εκείνο το αδιάφορο βράδυ πήρε την απόφαση να δει τον κόσμο και επιτέλους να ζήσει.
Ήταν πανέμορφο. Λευκό, με μακριά πέταλα και στη μέση αχνοφαίνονταν η κιτρινόχρυση γύρη. Και είχε μια ευωδιά που όμοιά του δεν είχε μυρίσει άνθρωπος.
"-Απόψε θα ζήσω." είπε το νυχτολούλουδο και άρχισε να παρατηρεί γύρω του τον κόσμο.
"-Ειναι κανεις εδώ?" ρώτησε απορρημένο, μα καμιά απάντηση δεν ήρθε.
Το λουλούδι παραξενεύτηκε και κατσούφιασε. Γιατί δεν ήταν εκεί η κυρία που το φρόντιζε, για να μιλήσει μαζί της? Γιατί ένιωθε τόσο μόνο και παραμελημένο? Και καθώς τα σκεφτόταν όλα αυτά, έβαλε τα κλάματα.
"-Γιατί κλαίς όμορφο λουλούδι?" ακούστηκε μια λεπτή μελωδική φωνή.
Το λουλούδι γύρισε δακρυσμένο και αντίκρισε μια πανέμορφη πλουμιστή πεταλούδα που το κοιτούσε όλο συμπόνια και γλύκα.
"-Κλαίω γιατί είμαι μόνο μου." αποκρίθηκε εκείνο όλο παράπονο. "Φοβάμαι να μην έχω κανέναν να μιλήσω και κανέναν να μου κάνει συντροφιά."
"-Θές να μείνω εγώ μαζί σου?" ψιθύρισε η πεταλούδα
"-Αν θέλω λέει!" είπε όλο χαρά το νυχτολούλουδο.
"-Μένεις πολύ καιρό εδώ?"
"-Ω,ναι. Η κυρία Γεωργία με μεγάλωσε από σπόρο. Με αγαπά τόσο πολύ και θα ήθελα πολύ να την δω, έστω για μια τελευταία φορά, πριν ξεψυχήσω."
"-Θα πεθάνεις?"
"-Ναι. Βλέπεις τα νυχτολούλουδα σαν εμένα μόλις ανοίξουν τα πέταλά τους έχουν πολύ λίγες ώρες ζωής ακόμα. Για αυτό, πιστεύω ότι είμαι πολύ άτυχο που γεννήθηκα έτσι."
"-Μην ακούω βλακείες." είπε μουτρωμένη η πεταλούδα. "Και εγώ πριν λίγες ώρες γεννήθηκα και σε λίγες ώρες θα πεθάνω, αλλά δε σκέφτομαι έτσι. Μπορεί να έχεις όλη την αιωνιότητα μπροστά σου και να μην κάνεις τίποτα. Αλλά μέσα σε μια ώρα μπορείς να τραγουδήσεις, να χορέψεις, να ερωτευτείς, να ονειρευτείς, να φωνάξεις, να παίξεις, να γελάσεις, να κλάψεις, να αγαπήσεις. Σημασία δεν έχει πόσο χρόνο ζωής έχεις, μα πώς θα περάσεις αυτό το χρόνο. Δική σου είναι η επιλογή...
"-Πεταλούδα, θέλεις τις ώρες που μας απομένουν να ζήσουμε?"
"-Και το ρωτάς?"

Έτσι, λοιπόν, οι δυο ήρωές μας, εκείνο το βράδυ τραγούδησαν, χόρεψαν, ονειρεύτηκαν, φώναξαν, έπαιξαν, γέλασαν, έκλαψαν, και φυσικά, ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλο. Μέχρι που ήρθε η αυγή....


"-Πεταλούδα,με αγαπάς?"

"-Σ'αγαπώ. Εσύ, νυχτολούλουδο, με αγαπάς?"
"-Και το ρωτάς??"

Μπορεί κάποιοι να ελπίζουν να ακούσουν ότι τελικά η πεταλούδα και το νυχτολούλουδο δεν πέθαναν και έζησαν καλά και εμείς καλύτερα. Ή ίσως, ότι συναντήθηκαν σε κάποια άλλη ζωή και έμειναν αχώριστοι. Εγώ όμως, η Πραγματικότητα, έρχομαι να σας ταρακουνήσω και να πω ότι εκείνο το πρωί η κυρία Γεωργία, όταν ξύπνησε, αντίκρισε ένα μαραμένο λουλούδι στο μπαλκόνι της, με μια πεταλούδα στην άκρη της γλάστρας να στέκει νεκρή. Ξέρω ότι ακούγεται θλιβερό και πονάει, μα όπως είπε η πεταλούδα, σημασία έχει να απολαμβάνεις την κάθε στιγμή, την κάθε ανάσα, το κάθε λεπτό μέχρι το τέλος. Και πιστέψτε με, μπορεί το νυχτολούλουδο και η πεταλούδα να έζησαν μόνο μια νύχτα, μα ήταν η ωραιότερη νύχτα της ζωής τους....