Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Εις το επανιδείν



     Όλα ήταν έτοιμα. Εκείνη απλώς καθόταν στο κρεβάτι της και κοιτούσε μια τη μεγάλη κόκκινη βαλίτσα της και μια την άδεια ντουλάπα του δωματείου. Δεν ήξερε τι ένιωθε. Χαρά, αγωνία, φόβο, λύπη, νοσταλγία? Το μόνο που ήθελε ήταν να βγει στο μπαλκόνι και να ουρλιάξει δυνατά. Συγκρατήθηκε.
Σηκώθηκε με αργές κινήσεις και έπιασε τη βαλίτσα από το χερούλι. Ήταν βαριά, όπως  βαριά ήταν η καρδιά της στο στήθος της. Ήταν βαριά, όπως οι αναμνήσεις τόσων χρόνων στο μυαλό της. 
Τα πρώτα βήματα μέχρι την πόρτα της φάνηκαν βασανιστήριο. Δάκρυα κύλησαν στα μάτια της, μα δεν θέλησε να δει πίσω της το άδειο σπίτι. Έβλεπε μόνο μπροστά, όπως μπροστά έπρεπε να βλέπει απο δω και μπρος. 
Άνοιξε την εξώπορτα και βγήκε στο διάδρομο. Η βαλίτσα σκάλωσε στο χαλάκι της πόρτας σαν να την καθυστερούσε επίτηδες για να κάνει τον αποχωρισμό πιο δύσκολο. Δεν άντεξε. Γύρισε το κεφάλι. Κοίταξε πίσω αλλά αυτό που αντίκρισε δεν ήταν ένα σπίτι κενό. Ήταν ένα σπίτι γεμάτο με πρόσωπα, με γέλια, κλάμματα, στιγμές μοναδικές, γλυκές, αξέχαστες....
Ήθελε να πει αντίο, όμως εκείνο έπαιζε κρυφτό ανάμεσα στα χείλη της και στην καρδιά της. Ήθελε να προχωρήσει, όμως τα πόδια της δεν ακολουθούσαν το μυαλό της.
Έκλεισε τα μάτια της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και  κλείδωσε την πόρτα. Κίνησε να φύγει με γρήγορα βήματα. Πριν στρίψει στο διάδρομο, με μια τελευταία ματιά αποχαιρέτησε το σπίτι της. Χαμογέλασε. Μπορεί να κλείδωσε την πόρτα της εξώπορτας για πάντα, αλλά την πόρτα των αναμνήσεών της δεν θα την κλείδωνε ποτέ.
"Εις το επανιδείν φίλοι μου". Ψιθύρισε. "Εις το επανιδείν στα όνειρα και στις καρδιές μας."




                     Που πας μικρό κορίτσι με την κόκκινη βαλίτσα σου? 
                                                Που πας στο άγνωστο παρέα με τον κανένα?


"Φεύγω με τη κόκκινη βαλίτσα μου γεμάτη όνειρα. Φεύγω στο άγνωστο, παρέα με την ελπίδα."