Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Το κορίτσι του λεωφορείου


                                           



Πάντα μου άρεσε να παρατηρώ τους ανθρώπους. Με κάνει να σκέφτομαι τις ιστορίες τους, τα όνειρά τους, τα συναισθήματά τους. Άλλοι μένουν χαραγμένοι στη μνήμη μου για χρόνια, άλλοι για μήνες και άλλοι για μερικά δευτερόλεπτα. Κανείς, όμως, δε με χάραξε τόσο βαθιά, όσο εκείνο το κορίτσι με τη μεγάλη άσπρη ομπρέλα. "Το κορίτσι του λεωφορείου" όπως μου αρέσει να το φωνάζω. Ήταν μια Παρασκευή του Δεκέμβρη όταν την πρωτοσυνάντησα στη στάση κοντά στο σπίτι μου. Την προσοχή μου κέντρισε περισσότερο η ομπρέλα της, παρά εκείνη. Αμέσως, έβγαλα το μικρό μπλοκάκι μου και άρχισα να τη σχεδιάζω με το μολύβι που είχα πάντα πρόχειρο στην τσέπη. Το λεωφορείο έφτασε και ανεβήκαμε και οι δυο. Κάτσαμε σε απέναντι θέσεις, κάτι που μου έδωσε την ευκαιρία να την παρατηρήσω περισσότερο. Φορούσε δυο ακουστικά στα αυτιά και τα μαλλιά της έπεφταν μακριά και αναμαλλιασμένα στους ώμους της. Είχε τυλιγμένο ένα μεγάλο πλεκτό κασκόλ γύρω από το λαιμό και ένα βαρύ μπουφάν κάλυπτε το κορμί της. Τα δυο μαύρα μποτάκια της είχαν μισοφαγωμένα τακούνια, αλλά δεν έδειχναν να την απασχολούν. Το μόνο που σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή ήταν η μουσική που άκουγε. Με την άκρη του ματιού μου την έβλεπα να ανοιγοκλείνει το στόμα της, τραγουδώντας χωρίς φωνή, ενώ τα χέρια της χτυπούσαν με μικρές κινήσεις τα γόνατά της ρυθμικά. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη μου και ξαναέβαλα στην τσέπη το μπλοκάκι μου. Σπάνια  ένιωθα την ανάγκη να παρατηρήσω περισσότερο ένα άτομο, παρά να το ζωγραφίσω. Η κοπέλα κατέβηκε τρεις στάσεις πριν από εμένα. Καθώς το λεωφορείο απομακρυνόταν, εγώ συνέχισα μαγνητισμένος να βλέπω την πλάτη της, μέχρι που έγινε μια κουκίδα στον ορίζοντα.

 Δεν περίμενα να την ξανασυναντήσω. Πίστευα ότι ήταν από εκείνες τις μοναδικές στιγμές που είχα την τύχη να ζήσω. Αλλά μετά από τρεις βδομάδες την ξαναείδα στην ίδια στάση, με την ίδια ομπρέλα και το ίδιο κασκόλ. Στα αυτιά αυτή τη φορά δε φορούσε ακουστικά. Έδειχνε ανυπόμονη να φτάσει στον προορισμό της. Το βλέμμα της ήταν χαρούμενο και απλανές. Πότε-πότε, στα χείλη που με τόση μανία δάγκωνε, σχηματιζόταν ένα μικρό χαμόγελο. Μου θύμιζε τόσο εκείνη...
 Όταν οι πόρτες του λεωφορείου άνοιξαν, πετάχτηκε από τη θέση της και με φτερά στα πόδια και στην καρδιά, πήρε τη συνηθισμένη κατεύθυνση, ενώ εγώ έμεινα στη θέση μου καρφωμένος να αναρωτιέμαι ποια μπορεί να ήταν η ιστορία της.
Από εκείνη τη μέρα, έκανα κάμποσο καιρό να τη δω. Την ξαναείδα, πάλι, σε μια άλλη στάση μαζί με κάποιον. Μιλούσαν και γελούσαν, παρόλο που η ώρα ήταν περασμένη και έκανε κρύο. Δεν τους πλησίασα, διότι ήθελα να την κοιτάζω από μακρυά. Πρώτη φορά έβλεπα τόση ευτυχία σε ένα βλέμμα, σε ένα χαμόγελο, σε μια κίνηση. Κι όμως, κάτι μέσα μου μού έλεγε πως αυτή την ευτυχία την είχα κάπου ξαναδεί. Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε, και εκείνη απλά αφέθηκε, όπως η άσπρη της ομπρέλα στον άνεμο. Μια νοσταλγία με κυρίεψε, διότι αμέσως κατάλαβα. Το κορίτσι του λεωφορείου ζούσε το παραμύθι της. 
Το βράδυ εκείνο γύρισα σπίτι με τα πόδια. Ήθελα να απολαύσω την ανάμνηση αυτής της εικόνας με μια βραδινή βόλτα και να αναπωλήσω το δικό μου παραμύθι που ξεθάφτηκε μέσα από την καρδιά μου μετά από πολύ καιρό. 

Ήταν Μάρτιος όταν τη συνάντησα, για τελευταία φορά, μέσα στο βραδινό λεωφορείο. Καθόταν μόνη της σε μια θέση κουλουριασμένη. Τα μάτια της είχαν δυο μαύρους κύκλους και ήταν πρησμένα. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο με βλέμμα σκοτεινό και σκεπτικό. Μερικά δάκρυα έσταζαν από τα μάτια της, αλλά εκείνη δεν έμπαινε στον κόπο να τα σκουπίσει. 
Ήθελα να τη ρωτήσω τι συνέβη, να μάθω γιατί δε χαμογελά πια. Ένιωθα μια υποσυνείδητη ανάγκη να της ζητήσω συγγνώμη. Αλλά ένας φόβος με κυρίευσε. Οι πόρτες του λεωφορείου άνοιξαν και εγώ για ακόμα μια φορά σε δίλημμα. Να κατέβω ή να μείνω?
Τα πόδια μου με τράβηξαν προς την έξοδο και κατέβηκα στο συνηθισμένο δρόμο κοντά στο σπίτι. Οι πόρτες έκλεισαν και το λεωφορείο αναχώρησε. Για ακόμη μια φορά είχα αφησει το κορίτσι του λεωφορείου να φύγει. Όπως τότε, είκοσι χρόνια πριν. Που την άφησα να φύγει, αφού περιμέναμε ώρες μαζί στη στάση, παίζοντας με τους αντιχειρές μας σα μικρά παιδιά. Όπως τότε, που την άφησα να φύγει, αφού τη φίλησα και της είπα ότι είμαι ευτυχισμένος. Όπως τότε, που την άφησα να φύγει, αφού κοιμηθήκαμε το βράδυ αγκαλιά. Όπως τότε, έτσι και τώρα την άφησα να φύγει με το βραδινό λεωφορείο. Και εγώ μόνος στη στάση, να περιμένω το επόμενο.
Ναι, κανείς δεν με χάραξε τόσο βαθιά όσο εκείνο το κορίτσι με τη μεγάλη άσπρη ομπρέλα. Διότι ήταν η ανάμνηση του δικού μου παραμυθιού, που εξαιτίας του φόβου μου, μπέρδεψα τις τελευταίες λέξεις. Και αντί να γράψω "...και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα" , έγραψα με βιασύνη "...και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς χώρια."


Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Σεληνόφως





Η πορσελάνινη μπαλαρίνα στεκόταν στο τρίτο ράφι της σκονισμένης βιβλιοθήκης, δίπλα από το μεγάλο μαύρο πιάνο στο δωμάτιο του δεύτερου ορόφου. Πάντα στηριγμένη στο ένα πόδι έτοιμη να έρθει κάποιος να την κουρδίσει και να χορέψει τον υπέροχο πορσελάνινο χορό της. Κανείς, όμως, δεν ερχόταν.Την είχαν ξεχάσει σκονισμένη και λερωμένη για χρόνια. Ο μηχανισμός της είχε χαλάσει και δεν έπαιζε πια μουσική, αλλά εκείνη είχε πάντα την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα ξαναχόρευε, όπως τις παλιές καλές μέρες.

Ένα βράδυ, καθώς κοιτούσε τα πεφταστέρια από το παράθυρο δίπλα στη βιβλιοθήκη, το πόμολο έτριξε και η πόρτα του δωματίου άνοιξε. Εκείνη ξαφνιασμένη, είδε να μπαίνει μέσα ένας μελαχρινός άντρας γύρω στα τριάντα, που αμέσως με περιέργεια ξεκίνησε να περιεργάζεται το δωμάτιο. Δεν άνοιξε τα φώτα, αρκέστηκε να βλέπει στο φως του σεληνόφωτος. Την προσοχή του κίνησε το μαύρο μεγάλο πιάνο. Κατευθύνθηκε προς το μέρος του και το άνοιξε. Τα πλήκτρα ήταν κιτρινισμένα και ξεκούρδιστα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε από το να κάτσει στο σκαμπό και να παίξει έναν υπέροχο αργό μελαγχολικό σκοπό.
Η μικρή μπαλαρίνα περιεργάστηκε τον άνδρα με μεγάλο ενθουσιασμό και μόλις άκουσε τη μουσική δάκρυα την πλημμύρισαν.
"Επιτέλους" σκέφτηκε. "Θα ξαναχορέψω".
Ο άντρας, τελειώνοντας το κομμάτι στο πιάνο έστρεψε ξανά το βλέμμα του στο δωμάτιο. Δεν άργησε να ανακαλύψει τη μικρή μπαλαρίνα με τη ροζ φούστα και το πόδι στον αέρα. Πλησίασε και την πήρε με προσοχή στα χέρια του.
"Είσαι πανέμορφη" ψιθύρισε και την εξέτασε με προσοχή. Με το δάχτυλό του ακούμπησε απαλά τα σκαλιστά πόδια της, τα χέρια της, τα μαλλιά της. Και το βλέμμα του έμεινε για κάμποση ώρα καθηλωμένο στο δικό της.
Ξάφνου, μια φωνή τον φώναξε  από το κάτω πάτωμα και ο πιανίστας κίνησε να φύγει. "Θα ξαναγυρίσω" της είπε πριν κλείσει την πόρτα.
Η καρδιά της μπαλαρίνας κόντεψε να σπάσει από χαρά. Ήταν σίγουρη ότι ο άνδρας θα γυρνούσε. Ήξερε ότι, αν και χαλασμένη, θα ξαναχόρευε με συνοδία τη μουσική του πιάνου. Ήξερε ότι δεν ήταν πια μόνη... 
Το επόμενο βράδυ, υπό το σεληνόφως, ο πιανίστας έπαιζε ξανά τη μελαγχολική μελωδία του στο πιάνο,  έχοντας, όμως, τη μπαλαρίνα κοντά του να χορεύει το μαγευτικό της χορό με το πόδι της πάντα σηκωμένο στον αέρα. Μέχρι που  ξημέρωσε, και ο άνδρας, αφού τη φίλησε για καληνύχτα, χάθηκε  στο κάτω πάτωμα. 
Πολλά βράδια ακολούθησαν, στα οποία ο πιανίστας μαζί με τη μπαλαρίνα του, έπαιζαν και χόρευαν το μυστικό σκοπό τους, ώσπου έφθανε η μέρα και ο άνδρας την αποχαιρετούσε με τη φράση "θα ξαναγυρίσω".
Αν και η μπαλαρίνα έμενε μόνη την ημέρα, δεν την ένοιαζε. Πάντα έκανε πρόβες για το βραδινό χορό της, σιγοτραγουδούσε κάποια μελωδία ή σκεφτόταν τον αγαπημένο της μέχρι να φύγει ο ήλιος και να δώσει τη θέση του στο φεγγάρι. Ανυπομονούσε για τη στιγμή που θα γυρνούσε το πόμολο και η πορσελάνινη καρδούλα της θα χτυπούσε σαν τρελή. Της άρεσε πολύ αυτός ο πιανίστας. Της άρεσε ο τρόπος που την κοιτούσε όταν χόρευε, ο τρόπος που πατούσε τα πλήκτρα, ο τρόπος που της διηγόταν τις ιστορίες για τη ζωή του, τα όνειρά του, τους φόβους του. Εκείνη, όμως, παγιδευμένη στην πορσελάνη της δεν μπορούσε να του μιλήσει, αλλά ως αντάλλαγμα του χάριζε τους πιο παραμυθένιους χορούς της μαζί με το πιο λαμπερό της χαμόγελο.
 Μα μια νύχτα, ο πιανίστας δεν επέστρεψε και η μικρή μπαλαρίνα αποκοιμήθηκε μόνη της με το σεληνόφως να την παρηγορεί χαϊδεύοντας το πορσελάνινο σώμα της. Πολλές βδομάδες πέρασαν και ο πιανίστας δεν εμφανιζόταν, αλλά η μπαλαρίνα τον περίμενε ξάγρυπνη, διότι της είχε δώσει την υπόσχεσή του ότι θα ξαναγυρίσει. Και την κράτησε. 
Ένα βράδυ χωρίς αστέρια και το φεγγαρόφως να μονοπωλεί στο δωμάτιο, το πόμολο της πόρτας γύρισε και μπήκε ο πιανίστας με θλιμμένη ματιά. Κοίταξε τριγύρω ακουμπώντας στο πέρασμά του τα διάφορα αντικείμενα που βρίσκονταν στο δωμάτιο. Προσπέρασε το πιάνο, κάνοντας μόνο μια μικρή τρίλια με τα μακριά του δάχτυλα, χωρίς να καθίσει. Έφτασε μπροστά από τη βιβλιοθήκη και πήρε στα χέρια του την μπαλαρίνα σφίγγοντας την στην αγκαλιά του. 
"Θα μου λείψεις μικρή μου" της είπε. " Αντίο, δεν θα ξαναγυρίσω. Συγγνώμη." και με ένα φιλί, την άφησε στη θέση της και κίνησε να φύγει. Εκείνη, απεγνωσμένη, ήθελε να του μιλήσει, να τον ρωτήσει, να του εξηγήσει, αλλά έμεινε καθηλωμένη στην πορσελάνη της. Έβαλε όλη τη δύναμη της ψυχής της και άπλωσε τα χέρια της.Ήθελε να τον αγγίξει για τελευταία φορά πριν φύγει, αλλά παραπάτησε και έπεσε στο πάτωμα. Ένα "κρακ" ακούστηκε. Η πορσελάνη έσπασε σε χίλια κομμάτια. Η μπαλαρίνα, εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα που ήταν ελεύθερη φώναξε " Μην με αφήσεις"και διαλύθηκε στο σεληνόφως. Αλλά ο άντρας δεν την άκουσε. Ήταν ήδη στο κάτω πάτωμα...

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Το κρυφτό






Χάθηκα σε ένα στενό. Χάθηκα σε ένα τραγούδι. Χάθηκα σε ένα φιλί.
Ψάξε ψάξε δε θα με βρεις....

Χάθηκα σε ένα βιβλίο. Χάθηκα σε ένα γιατί. Χάθηκα σε μια σταγόνα βροχή.
Ψάξε ψάξε δε θα με βρεις...

Χάθηκα σε ξεκινήματα, σε όνειρα σβησμένα, σε δάκρυα κρυμμένα.
Χάθηκα σε αρώματα, χάθηκα σε σκέψεις, χάθηκα σε βλέψεις.
Και αν συνεχώς με αναζητείς, φτου και βγαίνω! Μα δε θα με βρεις.
Δε θα με βρεις, δε θα με βρεις διότι συνεχώς με αναζητείς.

Χάθηκα σε καρδιές, χάθηκα σε αγκαλιές, χάθηκα σε αναπνοές.
Χάθηκα σε λεπτά, χάθηκα σε λεφτά, χάθηκα σε χαρτιά.
Χάθηκα σε κύματα, χάθηκα σε βήματα, χάθηκα σε αινίγματα.
Χάθηκα σε ονόματα, χάθηκα σε σώματα, χάθηκα σε στρώματα.
Και αν πάλι εκεί με ψάξεις, λάθος θα κάνεις γιατί πάλι θα χάσεις.
Πάλι θα χάσεις, πάλι θα χάσεις, διότι συνεχώς εμένα ψάχνεις.

Χάθηκα σε βλέμματα, χάθηκα σε ψέματα, χάθηκα σε θέματα.
Χάθηκα σε αγγίγματα, χάθηκα σε αισθήματα, χάθηκα σε συνθήματα.
Χάθηκα σε αρχές, χάθηκα σε τέλη, χάθηκα σε βέλη.
Χάθηκα σε σπίθες, χάθηκα νίκες, χάθηκα σε ήττες.
Χάθηκα και δεν θα με βρεις εκτός κι αν πάψεις να με επιθυμείς.
Κι αν ρωτάς που θα κρυφτώ, κι όμως εγώ δε θα σου πω.

Χάθηκα σε σιωπές, χάθηκα σε προσευχές, χάθηκα σε αντοχές.
Χάθηκα σε αγάπες, χάθηκα σε ακτίνες, χάθηκα σε ελπίδες.
Χάθηκα σε στίχους, χάθηκα σε μύθους, χάθηκα σε ήχους.
Χάθηκα σε γεννήσεις, χάθηκα σε θελήσεις, χάθηκα σε αισθήσεις.

Ψάξε ψάξε δε θα τη βρεις την Ευτυχία που ζητείς,
και άμα τη βρεις μη σου το πεις, διότι για λίγο θα τη δεις.
Και άμα τη βρεις μη σου το πεις, διότι και πάλι θα χαθεί....






Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Με μια κόκκινη κορδέλα








Περπατούσε με τα μάτια δεμένα. Σφιχτά δεμένα. Ούτε μια δέσμη φωτός δεν περνούσε από την κόκκινη κορδέλα. Το ίδιο και ο διπλανός της. Και η διπλανή της. Και όλοι οι κάτοικοι του κόσμου αυτού. Προχωρούσαν στα τυφλά. Σκοντάφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς όμως να σταματούν, χωρίς να βοηθούν ή να βοηθιούνται, χωρίς να αγγίζονται. Έτρεχαν να προλάβουν. Να προλάβουν κάτι που μόνο οι ίδιοι ήξεραν. Δεν μιλούσαν, δεν άκουγαν, δεν ένιωθαν. Δεν ήταν ότι δεν μπορούσαν, ήταν ότι δεν ήθελαν. Όλοι σαν κούκλες που ζούσαν μοναχές του. Είχαν σώμα, είχαν στόμα, είχαν αυτιά, αλλά ήταν ψυχικά νεκρές.

Εκείνη προχωρούσε με γρήγορα βήματα. Εκείνος προχωρούσε με αργά βήματα. Δεν την ένοιαζε αν έριχνε περαστικούς στην πορεία της. 'Ετσι κι αλλιώς θα ξανασηκώνονταν και θα έριχναν και εκείνοι άλλους με τη σειρά τους. Δεν τον ένοιαζε αν θα τον έριχναν οι περαστικοί στην πορεία τους. Έτσι κι αλλιώς θα ξανασηκωνόταν και θα εριχνε και εκείνος άλλους με τη σειρά του. Το κεφάλι της ήταν στραμμένο χαμηλά σα να μετρούσε τα βήματα που έκαναν τα πόδια της με τα λουστρινένια κόκκινα παπουτσάκια της. Το κεφάλι του ήταν στραμμένο ψηλά σαν να μετρούσε τα σύννεφα που περνούσαν από τον καταγάλανο ουρανό. Μόνο που κανένας από τους δυο δεν έβλεπε, καθώς η μεγάλη κόκκινη κορδέλα που είχαν δεμένη στα μάτια τούς εμπόδιζε να δουν το ο,τιδήποτε. Προχωρούσε εκείνη. Προχωρούσε  εκείνος. Δρόμοι αντίθετοι. Κατευθύνσεις αντίθετες. Ζωές αντίθετες. Και ξάφνου, κάποιος την έσπρωξε δυνατά. Aργά αλλά σταθερά άρχισε να πέφτει  και να κυλιέται μπρόυμιτα στο δρόμο λεκιάζοντας με αίμα τα χέρια και το ολόλευκο καλτσόν της. Και ξάφνου, κάποια τον έσπρωξε δυνατά. Aργά αλλά σταθερά άρχισε να πέφτει και να κυλιέται μπρούμιτα στο δρόμο λεκιάζοντας με αίμα τα χέρια και το ολόμαυρο μαντελόνι του. 'Εμειναν εκεί. Παγωμένοι. Και οι δυο με τα χέρια απλωμένα και χτυπημένα πάνω στο δρόμο. Έκαναν να σηκωθούν ακουμπώντας τις παλάμες τους για στήριγμα στο δρόμο.Αυτό όμως που ένιωσαν δεν ήταν σκληρό και τσιμεντένιο, αλλά μαλακό και ζεστό. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Τράβηξε το ΄χερι της κοντά της. Τράβηξε το χέρι του κοντά του.Μπροστά τους μόνο σκοτάδι. Δεν έβλεπαν τίποτα. Για πρώτη φορά μόνο άκουγαν την καρδιά τους να χτυπάει δυνατά. Ο πρώτος ήχος που άκουγαν. Άπλωσε ξανά διστακτικά το χέρι της. Τό άπλωσε και εκείνος. Τα δαχτυλά τους ενώθηκαν, τα χέρια τους ενώθηκαν, οι χτύποι των καρδιών τους ενώθηκαν.Φιλήθηκαν και οι κορδέλες έπεσαν με μιας. Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα καστανά μάτια του. Την κοίταξε βαθιά μέσα στα γαλανά μάτια της. Χαμογέλασαν. Πλησίασαν. Ένιωσε την ανάσα του στο κουτελό της. Ένιωσε την ανάσα της στο λαιμό του. Την κράτησε σφιχτά. Τον κράτησε δυνατά. Την ξαναφίλησε. Τον ξανακοίταξε. Οι παλμοί τους έγιναν γρήγοροι και μια μέθη τους περιτριγύριζε. Η μέθη του ονείρου...

 Περαστικοί περνούσαν και προσπερνούσαν. Κανείς δεν έδινε σημασία. Κανείς δεν σταματούσε. Άλλοι έπεφταν, άλλοι έσπρωχναν, άλλοι έτρεχαν γρήγορα και όλοι με τις κορδέλες δεμένες στα μάτια. Και μες στη ζάλη της κάποιος την χτύπησε. Και μες στη ζάλη του κάποια τον χτύπησε. Πόνος. Αφέθηκαν. Αστραπιαία οι κορδέλες επέστρεψαν και δέθηκαν πιο σφιχτά από πριν. Εκείνη χαμένη και μόνη άρχισε να ουρλιάζει χωρίς όμως να βγαίνει φωνή από το στόμα της. Εκείνος τρομαγμένος και ανήσυχος άρχισε να ψάχνει στα τυφλά με τα χέρια του τριγύρω. Τίποτα. Τα πάντα είχαν χαθεί. Εκείνη δεν άκουγε πια την καρδιά του. Εκείνος δεν άκουγε πια την καρδιά της. Άπλωσαν και οι δυο τα χέρια ως μια τελευταία προσπάθεια μα μάταια. Ένα δάκρυ κύλησε από το δεξί μάτι της. Ένα δάκρυ κύλησε από το αριστερό μάτι του. Οι κόκκινες κορδέλες μουσκέφτηκαν. Εκείνη πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε να κοιτά χαμηλά. Εκείνος πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε να κοιτά ψηλά. Κάθε ένας μόνος, να συνεχίζουν και οι δυο αβοήθητοι τις αντίθετες ζωές τους. Μονάχα κάπου κάπου εκεί που περπατούν, ίσως να ακούσουν στο βάθος έναν αμιδρό χτύπο κάποιας άλλης γνώριμης καρδιάς που θα κάνει την κορδέλα στα μάτια τους να τρεμοπαίξει....


Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Προσωπικό

                                               

Έλα. Κάτσε δίπλα μου. Κάτσε να σου πω για τη ζωή μου. Για τα πράγματα που μου αρέσουν, για τα πράγματα που δεν μου αρέσουν, για τις παράξενες συνήθειες που έχω, για τις σκέψεις που με απασχολούν. Έλα. Κάτσε εδώ. Μη φοβάσαι. Άκουσέ με. Λες ότι με ξέρεις, μα δεν με ξέρεις. Λες ότι με ακούς, μα δεν με ακούς. Λες ότι με καταλαβαίνεις, μα δεν με καταλαβαίνεις. Το νιώθω γιατί δε με κοιτάς ποτέ στα μάτια όταν σου μιλώ για μένα. Δε με κοιτάς γιατί πολύ απλά δεν θες να με μάθεις πραγματικά. Έχεις πιστεί ότι με ξέρεις γιατί γνωρίζεις τι μουσική ακούω, τα γούστα μου στα ρούχα και στις ταινίες, τι κάνω το σαββατόβραδο. Με αδικείς όμως. Με αδικείς με άσχημο τρόπο γιατί κλείνεις την πόρτα στον πραγματικό μου εαυτό που θέλει να μιλήσει. Περίμενε, μη φεύγεις. Μη φεύγεις γιατί έχω ανάγκη να εκφραστώ. Ανάγκη να σου πω πόσο μου έχει λείψει το άγγιγμα των πλήκτρων ενός πιάνου, μια ζεστή αγκαλιά της μαμάς, ένας ζεστός καφές κοντά στη θάλασσα, η αφή καθώς βουτάω το χέρι μου στο σάκο με τις φακές στο μανάβικο της γειτονιάς. Έχω ανάγκη να σου πω πως τραγουδάω κάθε μέρα στο δωμάτειο, πως νέα υπέροχα συναισθήματα με διακατέχουν, για τη νέα μου αγάπη να τρώω την κρέμα από το καπουτσίνο με το κουταλάκι. Έχω ανάγκη να σου πω πως μου αρέσει να ταξιδεύω με το τρένο, να τρώω παγωτό χωνάκι, να χάνομαι στα στενά της πόλης με τα ακουστικά στα αυτιά. Έχω ανάγκη να σου πω για τα όνειρά μου, πως ντρέπομαι κάθε φορά που ακούω ειδήσεις, πως μου αρέσει να χαμογελώ, πως έχω παχύνει. Έχω ανάγκη να σου πω πως μου έχει λείψει να δείχνω τον πραγματικό μου εαυτό προς τα έξω, πως λυπάμαι που βλέπω πόσο μόνοι έχουμε μείνει, πως πλέον εαυτός θεωρείται ένα profil με μια φωτογραφία. Γελάς ε? Ξέρω, είναι περίεργο να μαθαίνεις τέτοιες ανόητες πληροφορίες για κάποιον. Είναι περίεργο κάποιος να αποκαλύπτει κάτι τόσο προσωπικό. Είναι περίεργο που κάποιος έχει την ανάγκη να βρει κάποιον να τον ακούσει. Πες μου όμως το λόγο που γελάς? Γελάς μαζί μου γιατί σου φαίνομαι εγώ περίεργη, ή γελάς μαζί σου που νιώθεις το φόβο να εκφραστείς? Φεύγεις. Δεν ήθελα να σε προσβάλω. Πάντως, σε ευχαριστώ για το χρόνο που σου έκλεψα για να μιλήσω για μένα. Ευχαριστώ που με άκουσες. Ευχαριστώ που μου χάρησες έστω και ένα γέλιο περιφρόνησης. Στο κάτω κάτω και αυτό μέρος του εαυτού σου είναι. Ευχαριστώ που μου έδωσες ένα λεπτό πραγματικής ελευθερίας. Ευχαριστώ και όμως να ξέρεις. Όποτε νιώσεις την ανάγκη και εσύ να μιλήσεις, είμαι εδώ για να σε ακούσω κοιτώντας σε μέσα στα μάτια.

Αφιερωμένο σε όλους τους ανθρώπους που έχουν αφτιά μα δεν "ακούνε". 

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Αγοραίοι έρωτες





Κάθομαι μόνη στο δωμάτιο. Ξέρω, είναι ακατάστατο αλλά δεν έχω όρεξη να μαζέψω. Τα πράγματα μπορούν να περιμένουν, ενώ αυτό που κάνω τώρα όχι. Έχω κλείσει τα μάτια και έχω κουλουριαστεί μέσα σε έναν αυτοσχέδιο κύκλο από μικρά κασετοφωνάκια που τοποθέτησα γύρω μου. Στα τυφλά πιάνω ένα. Πατάω το play και η κασέτα ξεκινά.
"Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου". Stop.
Το αφήνω να πέσει και πατάω το play στο επόμενο κασετοφωνάκι.
"Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου". Stop.
Τρίτο κασετοφωνάκι και μια άλλη φωνή ακούω να ψιθυρίζει.
"Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου". Stop.
 Ψηλαφίζω το τέταρτο κασετοφωνάκι και πατάω το κουμπί, αν και ξέρω τι θα ακούσω.
"Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου". Stop.
    Τι όμορφα λόγια. Τι υπέροχο να τα ακούς από άτομα που και εσένα σου αρέσουν, από άτομα που και εσύ θες, από άτομα που και εσύ περνάς καλά και ονειρεύεσαι ένα αύριο μαζί τους. Φωνάζω δυνατά ξανά και ξανά τις λέξεις που έχουν κολλήσει στο μυαλό μου. Σαν το παιδί που είναι τιμωρία στην τάξη και πρέπει να επαναλάβει εκατό φορές τη φράση: "Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου. Μήπως θέλετε να σηκώσω και το πόδι? Μήπως θέλετε να σηκώσω και τα δυο πόδια για να πονέσω ακόμα περισσότερο? Εντάξει..."
    Στα κρυφά και με μάτια δεμένα, συνεχίζω να πατάω το play στα κασετοφωνάκια. Αυτή τη φορά, όμως, όχι χωριστά, αλλά μαζί. Το δωμάτιο άρχισε να γεμίζει με φωνές διαφορετικές που έλεγαν ακριβώς το ίδιο πράγμα. "Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου αλλά....."
Αλλά. Αλλά. Αλλά. Αλλά. Σηκώνομαι και κλωτσώ τα κασετόφωνα μακριά μου, όμως οι λέξεις είναι ακόμα εκεί. Αυτό το "αλλά" μου τρυπάει το μυαλό. Μου τρυπάει την καρδιά. Μου σκίζει τα ρούχα και με αφήνει εκεί, γυμνή στο κρεβάτι να περιμένω κάποιον να αποτελειώσει τη φράση του με μια τελεία. "Κάθομαι καλά έτσι? Ή μήπως να γυρίσω και το πρόσωπό μου ώστε να βλέπετε τα δάκρυα του πόνου? Τα δάκρυα της ταπείνωσης? Εντάξει..."
     Στο βάθος ακούω τη φράση να με ακολουθεί. "Μου αρέσεις, σε θέλω, περνάω καλά μαζί σου, αλλά..."
Απλώνω το χέρι και κοιτώ με βλέμμα παρακλητικό. Γονατίζω. Ουρλιάζω. "Σας παρακαλώ, λίγη αγάπη, λίγη στοργή, λίγο έρωτα ζητάω μόνο!!". Σταματώ.
"Μήπως να μαζέψω καλύτερα το χέρι μου για να μην σας αγγίζω? Μήπως σας λερώνω με αυτή τη θέληση για ανταπόκριση συναισθημάτων? Εντάξει..."
 Παραφέρθηκα. Αυτοχαστουκίζομαι.
"Συγγνώμη, είχα ξεχάσει πόσο νεκροί έχουμε γίνει. Συγγνώμη, είχα ξεχάσει πόση σημασία έχει η σάρκα. Συγγνώμη, είχα ξεχάσει πως ο έρωτας πλέον δεν υπάρχει. Σας ζητώ συγγνώμη, αλλά δεν ήθελα να δω..."
Ο γυμνός εαυτός μου ανοίγει τα μάτια. Προσπαθεί να κρύψει τη γύμνια του, μα μάταια. Κανείς δεν προσπαθεί να βοηθήσει. Μονάχα κοιτούν. Σκύβω το κεφάλι και μουρμουρίζω:
"Αντίο. Δε θα σε ενοχλήσω άλλο. Αντίο. Σε αφήνω να φύγεις. Αντίο. Θα κάνω πως δε με νοιάζει.
Μα αγάπη μου, πριν φύγεις, αφήνεις τα λεφτά στο κομοδίνο?"







Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Γυάλινες ανάσες

Δυο χείλη πλησίασαν το παγωμένο τζάμι. Ήταν δυο χείλη κανονικά, ούτε πολύ μικρά, ούτε πολύ μεγάλα, που παραμέριζαν για να κάνουν χώρο στο χαμόγελο όταν έκανε την εμφάνισή του κατά καιρούς. Τώρα όμως ήταν ήρεμα, γαλήνια και αγωνιούσαν για την επόμενή τους κίνηση. Την επόμενη κίνηση που δεν άργησε  να γίνει, όταν πια η απόσταση με το παράθυρο έγινε απόσταση αναπνοής. Σούφρωσαν για μια στιγμή και άφησαν τη ζεστή ανάσα να απελευθερωθεί και να θολώσει το διάφανο γυαλί.
Στην εικόνα προστέθηκε και ένα λεπτό, μακρύ δάχτυλο, το οποίο με αργές κινήσεις άρχισε να σχεδιάζει σύμβολα πάνω στο θολό τζάμι. Τα χείλη χαμογέλασαν. Τους άρεσε να παίζουν αυτό το παιχνίδι. Αυτό το "κρυφτό", που με τη φαντασία τους έπρεπε να βρουν τα κρυμμένα συναισθήματα μέσα στις εικόνες τις οποίες με τόση αρμονία έπλαθε το δάχτυλο. Μια καρδιά, ένα σύννεφο, μια νότα, ένα λουλούδι, μια μάσκα περίμεναν στο παράθυρο μέχρι τα λεπτά να περάσουν και τα χνώτα να διαλυθούν. Μα τα χείλη ήταν εκεί, για να τους ξαναδίνουν ζωή με μια καινούρια ανάσα και να προσπαθούν από την αρχή να δώσουν ένα νέο νόημα σε αυτό που αντίκριζαν.
Ο ήχος της βροχής έξω από το παράθυρο αποφάσισε να παίξει και αυτός με τα χείλη και τους έδινε ρυθμό και μελωδία σε κάθε τους κίνηση. Το δάχτυλο συνέχισε το μοναδικό χορό του πάνω στη διάφανη πίστα, ώσπου πήραν σειρά οι λέξεις. Μια αγκαλιά, ένα χάδι, ένα φιλί, μια μοναξιά, ένας έρωτας, αποτυπώθηκαν με γράμματα  στο γυάλινο χαρτί και τα χείλη παρέμεναν στη θέση τους να συνεχίζουν τις γυάλινες ανάσες. Γελούσαν, ένιωθαν ευτυχισμένα, καθώς με τη δική τους βοήθεια δημιουργούσαν κάτι τόσο απλό μα και τόσο όμορφο σε ένα μουντό και άγαρμπο τοπίο. Το παιχνίδι συνεχιζόταν και τα χείλη μαζί με το δάχτυλο και τη βροχή ένιωθαν μια έξαψη που κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει. Ούτε ο ήλιος, ούτε ο αέρας, ούτε το σκοτάδι. Μονάχα όταν τα χείλη γεύτηκαν την αλμύρα των δακρύων, κατάλαβαν πως ήρθε η ώρα να σταματήσουν. Ήταν η ώρα που η καρδιά πονούσε. Και σε αυτόν τον πόνο, κανένα παιχνίδι δεν μπορούσε να γίνει βάλσαμο.
 Όλα σταμάτησαν. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο λυγμός και οι σπασμωδικές ανάσες καθώς έβγαιναν από τα χείλη. Αυτά τα χείλη που πριν γελούσαν και τώρα είχαν μια έκφραση σύγχυσης, μια έκφραση δυστυχίας. Το δάχτυλο που πριν χόρευε και ζωγράφιζε, τώρα μάζευε τα δάκρυα από τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Η βροχή αρκέστηκε στο να πέφτει πιο σιγά, πιο μαλακά.
Είχαν ξεχαστεί με το παιχνίδι. Είχαν ξεχαστεί με αυτή τη γυάλινη πραγματικότητα που τα έκανε ευτυχισμένα. Είχαν ξεχάσει πως με το γυαλί, η καρδιά δεν μπορεί να παίξει. Πως η καρδιά είναι σαν το γυαλί. Πως οι αναμνήσεις είναι σαν τις εικόνες πάνω στο τζάμι. Ναι, είχαν ξεχάσει πως ο πόνος σε μια γυάλινη καρδιά δεν φαίνεται. Είχαν ξεχάσει πως μόνο με ανάσα ζεστή, μπορείς να διακρίνεις τα σχέδια και τις σκέψεις που είναι ακόμα εκεί χαραγμένα. Σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα που όταν δε φυσάς, γυάλινα χαμόγελα τα κρύβουν. Σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα, που τα χρόνια γυάλινα τα ντύνουν. Σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα, που μόνο γυάλινες ανάσες φανερώνουν.

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Λέξεις στο σκοτάδι



 Καθόταν μόνη. Κουκουλωμένη με το ζεστό της πάπλωμα και την μάλλινη κουβέρτα της στο απόλυτο σκοτάδι, παρέα με ένα τετράδιο και ένα μολύβι. Γόμα δεν υπήρχε, και αυτό γινόταν εμφανές από τις πολλές μουτζούρες και τα τσαλακωμένα χαρτιά που υπήρχαν τριγύρω. Είχε τόσα να πει, μα καθόλου θάρρος να τα γράψει. " Όχι", "θέλω", "όνειρα", "χρόνος", "μακριά", "φόβος" ήταν μερικές λέξεις που μπορούσες να διακρίνεις με δυσκολία από τα τσαλακωμένα και κακογραμμένα χαρτιά. Εκείνη έγραφε και έσβηνε. Μάλλον όχι, δεν έσβηνε, μουτζούρωνε. Όπως μουτζούρωνε και έκρυβε τις σκέψεις της. "Περίεργο" ψέλλισε. "Κάνουμε όνειρα και τρέφουμε ελπίδες που όταν γίνονται πραγματικότητα τις σκοτώνουμε εμείς οι ίδιοι με το φόβο μήπως γίνουν όλα κομμάτια. Άτιμο παρελθόν. Άτιμο μέλλον. Σκοτώνεις το παρόν με έναν τρόπο ανάξιο. Χωρίς να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, βλέπει τους δολοφόνους του να το σκοτώνουν αργά και βασανιστικά."
Πήρε το τετράδιο και έγραψε τη λέξη ΠΑΡΟΝ με κεφαλαία γράμματα και με ένα βέλος το ένωσε με τη λέξη ΖΩΗ. "Μα τι λέω?" ψιθύρισε. "Το παρελθόν είναι ο καθοδηγητής, το μέλλον η προσμονή και το παρόν....το παρόν είναι παρόν."
Έκανε μια γκριμάτσα και έσκισε την κόλλα. Δεν ήξερε τίποτα. Δεν μπορούσε να αποφασίσει τίποτα. Στο κεφάλι της εκατομμύρια λέξεις την πίεζαν να γράψει κάτι για να ησυχάσει η καρδιά και το μυαλό να πέσει σε ύπνο βαθύ. Έβαλε τα κλάματα. Δεν μπορούσε να αποφασίσει. Πάντα ήθελε να ξέρει την επόμενη της κίνηση. Να είναι όλα σε τάξη. Όχι όλα...μονάχα τα όνειρα, οι στόχοι της, το πρόγραμμά της, αλλά το παρόν επιφυλάσσει εκπλήξεις. Εκπλήξεις που μπορεί να σκάσουν σαν βόμβες όταν το παρελθόν εμφανίζετε στη σκηνή και σαν υπεροπτικός ηθοποιός υποκλίνεται και κλείνει την αυλαία. Την αυλαία της χαράς. Την αυλαία του παρόντος. Έκλεισε τα μάτια, πήρε μια καθαρογραμμένη κόλλα και έγραψε με μεγάλα γράμματα. ΕΣΥ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙΣ. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε τη φράση.
 "Και ο φόβος? Τι γίνεται ο φόβος που φωλιάζει πάντα μέσα στην καρδιά μας? Αυτόν τον ξέχασα" δυσανασχέτησε και για ακόμα μια φορά έσκισε την κόλλα.
"Η χαρά και ο φόβος, ένα ζευγάρι ασυμβίβαστο μα ταυτόχρονα απόλυτα συμβατό. Φόβος από το παρελθόν, φόβος για το μέλλον που θα έρθει, φόβος για τη χαρά σου που θα φύγει μακριά. Γαμώτο. Πάλι αυτό το παρελθόν. Πάλι το μέλλον."
Εκνευρισμένη πέταξε το τετράδιο σε μια άκρη, έφτιαξε το μαξιλάρι της και έπεσε για ύπνο. Μα μέσα στα όνειρά μας, η καρδιά και το μυαλό μπαίνουν σε τάξη. Συμβιβάζονται. Αλλάζουν. Και η λύση έρχεται σαν να ήταν κρυμμένη μέσα μας και την ξέραμε από πάντα.
Με το πρωινό της ξύπνημα, πήρε μια καινούρια κόλλα χαρτί και έγραψε τη φράση:
                                               "Φοβάμαι, μα ζω και σε προσμένω"
 Μια φράση που το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μπορεσαν να συνυπάρξουν αρμονικά, όπως και αυτή με τις σκέψεις τις....

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Εις το επανιδείν



     Όλα ήταν έτοιμα. Εκείνη απλώς καθόταν στο κρεβάτι της και κοιτούσε μια τη μεγάλη κόκκινη βαλίτσα της και μια την άδεια ντουλάπα του δωματείου. Δεν ήξερε τι ένιωθε. Χαρά, αγωνία, φόβο, λύπη, νοσταλγία? Το μόνο που ήθελε ήταν να βγει στο μπαλκόνι και να ουρλιάξει δυνατά. Συγκρατήθηκε.
Σηκώθηκε με αργές κινήσεις και έπιασε τη βαλίτσα από το χερούλι. Ήταν βαριά, όπως  βαριά ήταν η καρδιά της στο στήθος της. Ήταν βαριά, όπως οι αναμνήσεις τόσων χρόνων στο μυαλό της. 
Τα πρώτα βήματα μέχρι την πόρτα της φάνηκαν βασανιστήριο. Δάκρυα κύλησαν στα μάτια της, μα δεν θέλησε να δει πίσω της το άδειο σπίτι. Έβλεπε μόνο μπροστά, όπως μπροστά έπρεπε να βλέπει απο δω και μπρος. 
Άνοιξε την εξώπορτα και βγήκε στο διάδρομο. Η βαλίτσα σκάλωσε στο χαλάκι της πόρτας σαν να την καθυστερούσε επίτηδες για να κάνει τον αποχωρισμό πιο δύσκολο. Δεν άντεξε. Γύρισε το κεφάλι. Κοίταξε πίσω αλλά αυτό που αντίκρισε δεν ήταν ένα σπίτι κενό. Ήταν ένα σπίτι γεμάτο με πρόσωπα, με γέλια, κλάμματα, στιγμές μοναδικές, γλυκές, αξέχαστες....
Ήθελε να πει αντίο, όμως εκείνο έπαιζε κρυφτό ανάμεσα στα χείλη της και στην καρδιά της. Ήθελε να προχωρήσει, όμως τα πόδια της δεν ακολουθούσαν το μυαλό της.
Έκλεισε τα μάτια της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και  κλείδωσε την πόρτα. Κίνησε να φύγει με γρήγορα βήματα. Πριν στρίψει στο διάδρομο, με μια τελευταία ματιά αποχαιρέτησε το σπίτι της. Χαμογέλασε. Μπορεί να κλείδωσε την πόρτα της εξώπορτας για πάντα, αλλά την πόρτα των αναμνήσεών της δεν θα την κλείδωνε ποτέ.
"Εις το επανιδείν φίλοι μου". Ψιθύρισε. "Εις το επανιδείν στα όνειρα και στις καρδιές μας."




                     Που πας μικρό κορίτσι με την κόκκινη βαλίτσα σου? 
                                                Που πας στο άγνωστο παρέα με τον κανένα?


"Φεύγω με τη κόκκινη βαλίτσα μου γεμάτη όνειρα. Φεύγω στο άγνωστο, παρέα με την ελπίδα."

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Τo μέτρημα

Θα ήθελα να ξαπλώσεις μαζί μoυ. Να πάρεις τo χέρι μoυ στo δικό σoυ και να κoιτάξoυμε μαζί τα αστέρια. Τα αστέρια πoυ κάθε μέρα μας βλέπoυν και μας χαμoγελoύν, αλλά εμείς τα αγνooύμε θαυμάζoντας τo oλόγιoμo φεγγάρι. 
Θα ήθελα να μετρήσεις μαζί μoυ. Ένα, δύo, τρία, τέσσερα, πενήντα, εκατό, αμέτρητα αστέρια, σφηνωμένα στo απέραντo μαύρo τoυ oυρανoύ. Ένα, δύo, τρία, τέσσερα, πενήντα, εκατό, αμέτρητα "θέλω", σφηνωμένα στo απέραντo άσπρo της ψυχής. 
Άραγε νιώθoυν μoναξιά εκεί πάνω? Μόνα και ετερόφωτα, παρακoλoυθoύν τoυς ανθρώπoυς να γελoύν, να κλαίνε, να πoνoύν, να αγαπoύν, αφήνοντας τo χρόνo να τoυς δίνει εμπειρίες.
 Άραγε νιώθεις μoναξιά αστέρι μoυ? Μόνo και ετερόφωτo παρακoλoυθείς τoυς ανθρώπoυς να γελoύν, να κλαίνε, να πoνoύν, να αγαπoύν, χωρίς να πεις μια κoυβέντα. Χωρίς να απoζητήσεις τη ζωή αυτή. Κλεισμένo στη μαύρη φυλακή σoυ, θεωρείς τoν εαυτό σoυ ευτυχισμένo. Άραγε θα ήθελες να ζήσεις σαν αυτoύς? Να φoρέσεις και εσύ τη μάσκα την ανθρώπινη και να πιεις τo νέκταρ της ζωής?
Ε, αστέρι μoυ?
Θα ήθελα να είσαι εδώ μαζί μoυ. Να μoυ πρoσφέρεις λίγo από τo φώς σoυ χαμoγελώντας μoυ. Τo φώς αυτό πoυ τόσo με γεμίζει ζωή. Άραγε, πως γίνεται ένα χαμόγελo από ένα φυλακισμένo αστέρι να δίνει τόση ζωή σε έναν ελεύθερo άνθρωπo? Άραγε, μήπως είμαι και εγώ αστέρι πoυ περιμένω να βγω από τη φυλακή μoυ?
Θα ήθελα να μoυ ψιθυρίσεις σ'αγαπώ. Να με πάρεις αγκαλιά και να μoυ πεις ότι όλα θα πάνε καλά. Να μoυ πεις ότι η πόρτα της φυλακής θα ανoίξει και θα πέσoυμε και oι δύo από τoν oυρανό στη γη. Και βλέπoντάς μας oι άνθρωπoι θα κάνoυν μια ευχή. Μια ευχή για ένα "θέλω" πoυ κρύβoυν στην  καρδιά. Άραγε θα πέσεις μαζί μoυ αστέρι? Θα έρθεις μαζί μoυ να ανακαλύψoυμε τα μυστήρια αυτoύ τoυ κoσμoυ πoυ κάθε μέρα παρακoλoυθoύμε απo κει πάνω?
Θα ήθελα να ξαπλώσεις μαζί μoυ, αστέρι μόυ. Να πάρεις τo χέρι μoυ στo δικό σoυ και να κoιτάξoυμε μαζί τα αστέρια. Τα αστέρια πoυ κάθε μέρα μας βλέπoυν και μας χαμoγελoύν, αλλά εμείς τα απαξιoύμε θαυμάζoντας τo oλόγιoμo φεγγάρι. Θα ήθελα να ήμoυν μαζί σoυ. Να κoιτάξoυμε τoν ίδιo oυρανό με μoρφή ανθρώπινη. Να μετρήσoυμε τα ίδια αστέρια. Να κάνoυμε την ίδια ευχή.
 Μα ένας φόβoς μoυ τυφλώνει τα μάτια και αντικρίζω μoνάχα σκoτάδι...
Νoμίζω πως χρειάζoμαι λίγo φως. Λίγo από τo δικό σoυ φώς. 
Άραγε κoιτάς πoτέ τα αστέρια, αστέρι μoυ?

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Μπρος-πίσω


Τo τρίξιμo από την αλάδωτη αλυσίδα δεν με άφηνε να παρασυρθώ στον βαθύ ύπνο που προσπαθούσε να με οδηγήσει τo κoύνημα της κoύνιας. Μπρός-πίσω. Μπρός-πίσω.
Ήμoυν εκεί. Στη μέση τoυ πάρκoυ. Μόνη, με μoυτζoυρωμένα μάτια από τo κλάμμα και τις κόκκινες γόβες μoυ πεταμένες στo πλάι. Έσπρωχνα τo έδαφoς ξυπόλυτη και δεν έδινα σημασία στα άγρια χαλίκια πoυ πλήγωναν τα πoδια μoυ. Αυτός o πόνoς δεν ήταν τίπoτα μπρoστά στoν πόνo της καρδιάς μoυ. Μπρός-πίσω. Μπρός-πίσω.
Ένα τραγoύδι πoυ σιγoψιθύριζα έκανε ντoυέτo με τoν μoνότoνo θόρυβo τoυ μετάλλoυ.
Μπρός-πίσω.
Τα πόδια μoυ δεν υπάκoυαν στις εντoλές τoυ μυαλoύ. Έσπρωχναν τo χώμα με περισσότερη δύναμη και μανία. Μια μανία λες και πρoσπαθoύσαν να κάνoυν την κoύνια να πετάξει στoν oυρανό και να μην ξαναγυρίσει πίσω. Όσo πιo πoλύ oμως πήγαινα μπρoστά, τόσo πιo πίσω με πήγαινε μετά η κoύνια. Γιατί όμως? Γιατί αυτή η κoυνια να με πάει πίσω? Εγώ θέλω να πετάξω, να ελευθερωθώ, μα η αλυσίδα δε με αφήνει. Με κρατάει εκεί δέσμια. Όπως δέσμιoυς μας κρατάνε όλoυς oι αναμνήσεις τoυ παρελθόντoς. Πάμε μπρoστά, αλλά η αλυσίδα μας τραβάει πίσω. Και όλo φλερτάρoυμε με αυτό τo ατέρμονo πισωγύρισμα τoυ χρόνoυ, των αισθημάτων, της κoύνιας.....
Μπρός-πίσω. Μπρός-πίσω. Μπρός-πίσω.
Τo απαλό αεράκι σκoύπιζε τα δάκρυα πoυ έτρεχαν ασταμάτητα από τα μάτια και ανακάτευε τα λυτά μαλλιά μ. Δεν άντεχα άλλo όμως. Με ζάλισε αυτή η κίνηση. Αυτή η επανάληψη. Κoίταξα κάτω και είδα τo έδαφoς να απέχει πoλύ από τα άκρα των πoδιών μoυ. Αλλά δεν με ένoιαζε. Έκλεισα τα μάτια, έγειρα μπρoστά. Μπρός-πίσω και έπεσα από την κoύνια....
Η αλυσίδα ακoύστηκε από κάπoυ μακρυά και εγώ ένιωσα τoν πόνo να φεύγει από την καρδιά και να αγκαλιάζει τo σώμα μoυ. Σηκώθηκα. Τα πόδια μoυ και τα χέρια μoυ ήταν γρατζoυνισμένα και πληγωμένα. Έκλαιγα. Πoνoύσα. Ήθελα να oυρλιάξω. Άντεξα όμως. Κρατήθηκα. Στάθηκα. Παρά τoν πόνo έκανα τo πρώτo βήμα. Έκανα και τo δεύτερo. Τo τρίτo, τo τέταρτo, τo πέμπτo, ώσπoυ η κoύνια έγινε μια κoυκίδα στoν oρίζoντα. Μα εγώ δεν γύρισα να την κoιτάξω. Ήμoυν ελεύθερη...

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Μαύρo


Δε βλέπω
Είναι σκoτεινά εδώ μέσα
Ψιλαφίζω τριγύρω μoυ
Ψάχνω να βρω κάτι, αλλά δεν ξέρω τι
Ή μάλλoν όχι...ξέρω τι ψάχνω
Ψάχνω εσένα
Ψάχνω εσένα μέσα στη σιωπή
Μέσα στo σκoτάδι
Μέσα στo κενό
Ψάχνω εσένα
Ένα βλέμμα
Ένα χάδι
Μια λέξη
Μα εσύ λείπεις και εγώ πεθαίνω
Πεθαίνω μέσα στη σκέψη μoυ
Mέσα στη σιωπή
Mέσα στo σκoτάδι
Σιγoψιθυρίζω τo oνoμά σoυ, μα εσύ δεν έρχεσαι
Είμαι μόνη
Μoνη παρέα με τo φόβo μoυ πoυ μεγαλώνει μέρα με τη μέρα
Σα να παίζω ένα κυνηγητό
Ένα κηνυγητό με τoν πόνo
Έλα σε μένα
Αγκάλιασέ με
Πoνάω
Μoυ λείπεις
Σε έχω ανάγκη
Πεθαίνω
Τίπoτα
Φoβάμαι
Τίπoτα
Σε περιμένω
Σε περιμένω εδώ
Να αναστήσεις τo νεκρό σώμα μoυ με ένα ένα βλέμμα
Μια λέξη
Ένα χάδι
Ένα φιλί
Έλα σε μένα
Αγκάλιασέ με
Είμαι μόνη και κλαίω
Κλαίω και πoνάω
Θέλω εσένα
Θέλω εσένα μαζί με εμένα
Έλα να με σώσεις απo τo σκoτάδι της ψυχής μου
Δώσ' μoυ τo χέρι σoυ
Τράβαμε στo όνειρo της ζωής
Της ζωής μαζί σoυ
Δωσ' μoυ τo χέρι σoυ
Πoνάω

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

"Κλικ"


Άνoιξα τα μάτια μoυ και σε είδα. Είχες ξυπνήσει και καθόσoυν στo περβάζι τoυ παραθύρoυ, αφήνoντας τις αχτίνες τoυ ήλιoυ να φωτίζoυν τα υπέρoχα μάτια σoυ. Δεν κατάλαβες ότι είχα ξυπνήσει και σε παρατηρoύσα. Σε άφησα να βυθιστείς ακόμα πιo πoλύ στo πρωινό σoυ όνειρo, παρέα με τo απαλό αεράκι πoυ ανέμιζε τα μακρυά μαλλιά σoυ. Ήθελα να σoυ μιλήσω, να σoυ πω δυo λέξεις, μα φoβόμoυν μήπως η φωνή μoυ χαλάσει αυτή την τελειότητα της σιωπής. Αυτής της σιωπής πoυ έχεις στo πρόσωπo όταν σκέφτεσαι. Αυτής της σιωπής πoυ τόσo λατρεύω.
Μια κίνηση τoυ κεφαλιoύ σoυ, με άφησε να αντικρίσω για λίγo τo λεπτεπίλεπτo λαιμό σoυ. Τo λαιμό πoυ κάνει τα χείλη μoυ να τρέμoυν κάθε φoρά πoυ πάω να φιλήσω. Τo λαιμό πoυ τόσo αγαπώ.
Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια σoυ και κατευθύνθηκε πρoς τα μάγoυλά σoυ. Γιατί κλαις άραγε? Τι σκέφτεσαι? Πόσo θα ήθελα να γνώριζα τις σκέψεις σoυ. Πόσo θα ήθελα να ήξερα τι κρύβεις στην καρδιά σoυ. Πόσo θα ήθελα να ήμoυν εγώ αυτo τo δάκρυ...
Σ'αγαπώ μα δεν αρκεί να στo πω. Δεν μπoρώ να σoυ πω αυτή τη λέξη γιατί δεν θα μπoρέσεις πoτέ να δεις την τελειότητα πoυ αντικρίζω κάθε μέρα εγώ μαζί σoυ. Δεν αρκεί oύτε ένα φιλί μoυ, ένα χάδι μoυ, μια αγκαλιά, για να σoυ δείξω πως αισθάνoμαι για σένα. Η καρδιά μoυ είναι σα βόμβα από χίλιες κραυγές, πoυ με κάνει να θέλω να βγω στo δρόμo και να φωνάξω όσo πιo δυνατά μπoρώ από χαρά.
Θέλω να σε έχω για πάντα κoντά μoυ. Να σε ερωτεύoμαι από την αρχή κάθε φoρά πoυ σε κoιτώ. Να σε κoυβαλώ μαζί μoυ σαν φυλαχτό.
Πιάνω τη μηχανή μoυ από τo κoμωδίνo. Η ανάγκη μoυ να απoτυπώσω έστω και λίγo από αυτή την αγγελική μoρφή με ωθεί να πατήσω τo κoυμπί, αφήνoντας τo μoιραίo "κλίκ" να σπάσει τη σιωπή σoυ σε χίλια κoμμάτια. Γύρισες άξαφνα και με κoίταξες. "Καλημέρα" μoυ είπες και μoυ χαμoγέλασες γλυκά. Θεέ μoυ, τώρα μπoρώ να πεθάνω από ευτυχία.....


Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Βαρετό


"Τι έχεις?" τη ρώτησα μια μέρα πoυ ήρθε με βoυρκoμένα μάτια στo μπαλκόνι και έκατσε μαζί μoυ.
"Τίπoτα" απάντησε εκείνη και μoυ χαμoγέλασε.
Για πoλλή ώρα καθόταν σιωπηλή. Τα μάτια της κoιτoύσαν σε ένα απέραντo άφαντo σημείo, ενώ τα χείλη της είχαν σχηματίσει ένα χαμόγελo ψυχρό, παγωμένo.
"Γιατί ερχόμαστε στη ζωή?" με ρώτησε κάπoια στιγμή και η ερώτηση με βρήκε απρoετoίμαστη.
"Εμ, δεν ξέρω..." απάντησα εγώ όλo σκέψη. "Ίσως για να ζήσoυμε."
"Και τι να ζήσoυμε?"
"Τη ζωή" είπα με αμφιβoλία.
"Και τι είναι Ζωή?" ξαναρώτησε λες και περίμενε μια σίγoυρη απάντηση.
"Ζωή είναι η χαρά, η αγάπη, η ελπίδα, η δυστυχία, η θλίψη, η πρoσμoνή, o έρωτας, η φιλία, o πόνoς."
"Ναι, o πόνoς...."
"Γιατί ρωτάς?"
"Έτσι. Γιατί τo βρίσκω μoνότoνo όλo αυτό." και καθώς μίλησε η εκφρασή της σκoτείνιασε.
"Μoνότoνo? Γιατί? " απόρρησα.
"Γιατί όλα αυτά τα έχoυμε ζήσει. Την αγάπη, την ελπίδα, τη δυστυχία, τoν πόνo."
"Ναι, αλλά κάθε φoρά τα ζoύμε με διαφoρετικoύς ανθρώπoυς, σε διαφoρετικές καταστάσεις και σε διαφoρετικό βαθμό."
"Και πάλι όμως, η ζωή επαναλαμβάνεται. Και εσύ είσαι, πάλι, ένα κoυφάρι στα χέρια των ανθρώπων πoυ περιμένoυν με πρoσμoνή πότε θα σε ξαναπληγώσoυν. Βαρετό."
"Και τι θες εσύ δηλαδή?"
"Να πάω κάπoυ, πoυ δε θα ξαναπληγωθώ πoτέ. Κάπoυ, πoυ δε θα ζω κάτω απo τη σκιά κανενός. Κάπoυ, πoυ να είμαι ελεύθερη."
"Μμμμ, βαρετό." απoκρίθηκα.
"Δική σoυ άπoψη" με απoπήρε.
"Και τι θα κάνεις τώρα?" τη ρώτησα μετά απo λίγo.
"Τo όνειρo μoυ πραγματικoτητα."
"Και πoιo είναι αυτό?"
"Να πετάξω...."
"Να πετάξεις? Πως?"
"Κάπως έτσι..."

Και ανoίγoντας τα χέρια της στoν αέρα, πέταξε στo κενό. Τo σκoτάδι μας πήρε αγκαλιά και μας υπoδέχτηκε σε ένα Θάνατo χωρίς Ζωή. Βαρετό? Ίσως....



Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

Στο τσιγάρο που κρατάς....


Στέκεσαι εκεί. Χαλαρός όπως πάντα. Με τα δυο σου χέρια να στρίβεις τον καπνό και με τα δυο σου χείλη να κρατάς το φιλτράκι. Πόσο λατρεύω αυτό το στρίψιμο του τσιγάρου! Όχι γιατί καπνίζω ή ο,τιδήποτε, απλώς γιατί είναι ένα μέρος της καθημερινότητας σου. Το κάνεις χωρίς να το σκεφτείς. Aπλώς παίρνεις τον καπνό και στρίβεις. Στρίβεις, απλώς για να στρίψεις. Δεν σκέφτεσαι, μόνο κουβεντιάζεις. Κουβεντιάζεις για να γεμίσεις το κενό μεταξύ στριψίματος και καπνίσματος. Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα που εμένα μου φαίνονται αιωνιότητα.
-"Ποιο θεωρείς το πιο δυνατό σου σημείο?" με ρώτησες μια φορά με το φιλτράκι ταυτόχρονα στερεωμένο στα χείλη σου.
-"Δεν ξέρω, ίσως τα μαλλιά μου" σου απάντησα δήθεν ανέμελα, ενώ η καρδιά μου κόντευε να σπάσει.
"Εσύ?"ανταπέδωσα την ερώτηση.
-"Οι βλεφαρίδες μου" μου είπες με μια σιγουριά, σα να είχες μελετήσει το θέμα.
-"Διαφωνώ" αντέκρουσα γελώντας.
-"Γιατί?"
-"Γιατί έτσι..." είπα με μια παιδικότητα στη φωνή.
Εσύ δε μίλησες, χαμογέλασες και έσκυψες πάλι πάνω από το τελετουργικό του στριψίματος.
Συνέχισα να σε παρατηρώ. Ναι, είχα δίκιο. Δεν ήταν οι βλεφαρίδες σου που σε κάνουν ξεχωριστό... Είναι το χαμογελό σου, το βλέμμα σου, ο τρόπος που μιλάς, που κάθεσαι, που οδηγάς. Ο τρόπος που προχωράς, που πίνεις τον καφέ, ο τρόπος που με κοιτάς, που με διορθώνεις...
Και αυτό το στρίψιμο του τσιγάρου...
Πολλές φορές αναρωτήθηκα τι το ξεχωριστό βρίσκεις στο κάπνισμα, αφού το μόνο που μένει είναι στάχτες και καπνός. Τόσος κόπος για το τίποτα, για μια απόλαυση που σε καταστρέφει.
Όμως τώρα ξέρω. Ξέρω και καταλαβαίνω...
"Άσε με να σε ξεχάσω, να σε σβήσω, να σε χάσω" σου είχα πει ένα βράδυ, εκεί δίπλα στη θάλασσα. Θυμάσαι? Τότε που φυσούσε ο αέρας και εγώ έκλαιγα σα μικρό παιδί. Πόσο ανόητη ήμουν....
Ναι, τώρα ξέρω.
Δεν είναι το αποτέλεσμα η απόλαυση. Δεν είναι ο καπνός και η στάχτη. Είναι το στρίψιμο...
Γιατί αυτό είσαι για μένα, το στρίψιμο του τσιγάρου. Αυτό που με καταστρέφει αργά και βασανιστικά. Που όσο κι αν προσπαθώ να το κόψω, δεν μπορώ, γιατί απλά δε θέλω...
Τα μάτια σου είναι το χαρτάκι, τα χείλη σου είναι ο καπνός, αυτά τα χέρια είναι το φιλτράκι που ολοκληρώνει ένα σωστό τσιγάρο. Και πίστεψέ με. Όση στάχτη και καπνό να δημιουργήσω, προς το παρόν, το κάπνισμα δε θέλω να το κόψω.....

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Χορεύοντας στο χρόνο

http://www.youtube.com/watch?v=0feNVUwQA8U&feature=related


Εκείνη καθόταν στην άκρη του κήπου σε ένα παγκάκι και χάζευε την λίμνη που εκτεινόταν λίγο πιο δίπλα. Η μουσική από το πάρτυ την έκανε να κουνάει ρυθμικά το πόδι της στο έδαφος. Έκλεισε τα μάτια και άφησε το ζεστό αεράκι του Αυγούστου να της ανεμίζει τα κατάμαυρα μαλλιά της καθώς απολάμβανε τη μελωδία.
Εκείνος κρατούσε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και στεκόταν δίπλα σε μια παρέα που έλεγε αστεία και γελούσε. Δεν πρόσεχε τι έλεγαν, μόνο κοιτούσε την πανέμορφη κοπέλα που καθόταν σε ένα παγκάκι μόνη της και χάζευε τη λίμνη. Ήθελε πολύ να της μιλήσει αλλά δεν είχε βρει ακόμα το θάρρος.
Τότε το πικ-απ άρχισε να παίζει το "la vie en rοse". Εκείνος χαμογέλασε και τα πράσινα του μάτια έλαμψαν. Ήθελε να τη ζητήσει σε χορό. Ήταν άλλωστε το αγαπημένο του τραγούδι.
Πλησίασε αργά-αργά, πήρε μια βαθιά ανάσα και...
-Δεσποινίς, χορεύετε?
Η κοπέλα κάπως σαστισμένη και ελαφρά αναψοκοκκινισμένη, έγνεψε καταφατικά. Του χαμογέλασε. Το χαμόγελο της έκανε την καρδιά του να σκιρτήσει.
Της έπιασε το χέρι, το φίλησε και την οδήγησε στην πίστα.
Ήταν Αύγουστος του 1950.


Εκείνη καθόταν στην κουνιστή της καρέκλα και έπλεκε μια εσάρπα που είχε ξεκινήσει από το χειμώνα, καθώς άκουγε μουσική από ένα παλιό τραντζιστοράκι. Εκείνος καθόταν στον καναπέ και διάβαζε εφημερίδα. Το ζεστό βραδινό αυγουστιάτικο αεράκι έμπαινε απο την ανοιχτή μπαλκονοπορτα και έδινε στην ατμόσφαιρα κάτι το μαγικό. Ξάφνου στο ράδιο άρχισε να παίζει ένα γνώριμο τραγούδι. "il me l'a dit, m'a jοure pοur la vie" έλεγε η τραγουδίστρια καθώς εκείνος σηκωνόταν αργά από τον καναπέ. Την πλησίασε και την κοίταξε με στοργή.
-Δεσποινίς, χορεύετε?
Εκείνη τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Σηκώθηκε κουτσαίνοντας και του έδωσε το χέρι της.
Την πήρε αγκαλιά καθώς στριφογύριζαν αργά στο ρυθμό του τραγουδιού.
Η μουσική σταμάτησε και εκείνος έσκυψε και τη φίλησε στο μέτωπο.
Τα μάτια της έλαμψαν από τα δάκρυα που συγκρατούνταν με δυσκολία.
"Σ'αγαπώ" του ψιθύρισε.
"Σ'αγαπώ" της ψιθύρισε.
Ήταν Αύγουστος του 2010.


Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Ενός λεπτού ζωή


Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και το κορίτσι με τα μεγάλα καστανά μάτια γύρισε ξαφνιασμένο.
-"Ζωή, τι κάνεις εκεί? Κλείσε το παράθυρο και έλα ξάπλωσε στο κρεβάτι. Θα χειροτερέψεις την κατάστασή σου!" είπε η κοπέλα που μόλις μπήκε.
Το κορίτσι έριξε μια τελευταία ματιά έξω από το παράθυρο και έτρεξε γρήγορα να κουκουλωθεί με το πάπλωμα.
-"Μαμά να σε ρωτήσω κάτι?"
-"Ο,τι θες παιδί μου."
-"Πως είναι η θάλασσα από κοντά?"
Η γυναίκα κοίταξε απορημένη τη Ζωή.
-"Οπως την έχεις δει και στη φωτογραφία. Γαλάζια και απέραντη."
-"Εγώ δε νομίζω πως είναι έτσι όπως λες..."
-"Αλήθεια? Και πως νομίζεις ότι είναι?"
-"Δεν ξέρω. Tη φαντάζομαι σαν μια περίεργη κοπέλα. Δεν έχει συγκεκριμένη ηλικία. Πότε δροσερή και παιχνιδιάρα και πότε ήσυχη και θερμή. Είναι καλή και κακή ταυτόχρονα. Μπορεί να σου δώσει χαρά αλλά και λύπη. Να σου αποκαλύψει θησαυρούς, μα να σου αποκρύψει και μυστικά. Και έχει ένα άρωμα μαγευτικό , που σε κάνει να ταξιδεύεις σε κόσμους μυθικούς και ανεξερεύνητους...."
-"Ναι, όμως κυρία μου άσε τις πολλές φαντασίες για αργότερα. Τώρα είναι ώρα για ύπνο."
-"Μαμά, μπορείς να με πας να δω τη θάλασσα?"
-"Σε λίγο καιρό που θα γίνεις καλά και θα βγεις από εδώ μέσα, θα σε πάω."
-"Ναι, αλλά το ίδιο είπες και πέρυσι, και πρόπερσι. Από τότε που γεννήθηκα όλο αυτό ακούω. Βαρέθηκα να ονειρεύομαι. Βαρέθηκα να ελπίζω. Θέλω να ζήσω."
-"Και θα ζήσεις. Άμα το θέλεις πολύ, θα ζήσεις."
-"Μου το υπόσχεσαι?"
-"Ναι, σου το υπόσχομαι."

10:53

Ένα ασθενοφόρο σταματά απέναντι από μια παραλία.

10:55

Δυο νοσοκόμες σέρνουν ένα φορείο προς την αμμουδιά.

10:57

Μια μητέρα κάθεται στο παγκάκι αγκαλιά με το παιδί της και κοιτούν την παραλία.

10:59

-"Είδες Ζωή μου ? Τελικά πραγματοποιήθηκε το όνειρό σου. Να η θάλασσα. Δεν είναι πανέμορφη?" είπε η μητέρα και γύρισε να κοιτάξει το κορίτσι που κρατούσε. Εκείνο είχε κλείσει τα μάτια και ανέπνεε με δυσκολία.
-"Μαμά, ήρθε να με πάρει."
-"Ποιος καλή μου?"
-"Η κυρία θάλασσα. Δεν είναι μπλε όπως έλεγες. Είναι μια όμορφη γαλήνια κοπέλα. Μου γνέφει να πάω μαζί της."
-"Όχι Ζωή μου! Μην πας! Πρέπει να ζήσεις!!"
-"Μα μητέρα, μόλις έζησα....."

11:00

Η Ζωή σηκώθηκε όρθια και έδωσε το χέρι της στη γυναίκα που στεκόταν απέναντί της.
-"Καλώς όρισες Ζωή."
-"Καλώς σε βρήκα, Θάλασσα."

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Κυνηγώντας την ευτυχία


-Δε θέλω να φύγω.
-Πρέπει.
-Θέλω να μείνω εδώ. Στην αγκαλιά σου. Δίπλα σου. Γιατί να πρέπει να φύγω και να μην πρέπει να μείνω?
-Γιατί έτσι ορίζει το εισιτήριό σου.
-Και γιατί να αφήνουμε τα πρέπει να μας καθορίζουν τη ζωή?
-Δεν ξέρω.Ίσως για να θέτουν όρια στα θέλω μας.
-Ναι, αλλά η ευτυχία μας ορίζεται από τα θέλω μας. Γιατί επιλέγουμε τότε τη δυστυχία?
-Τα θέλω, μικρή μου, δε φέρνουν πάντα την ευτυχία. Ούτε και τα πρέπει αντίστοιχα.....
Μην έχεις αυτό το βλέμμα. Μπορεί το αύριο να σε πάρει μακρυά μου γιατί πρέπει, μα τα θέλω μας, θα μας ξαναφέρουν και πάλι κοντά. Γιατί μέσα μας κρύβουμε θέληση για να αντέχουμε σε αυτό το ατέρμονο κυνήγι της ευτυχίας.
-Φοβάμαι για το αύριο. Για τον ύπνο χωρίς το χάδι σου. Για το ξύπνημα χωρίς το φιλί σου. Για τη βόλτα χωρίς το χέρι σου. Φοβάμαι για το πως θα σου πω το τελευταίο αντίο.
-Κλείσε τα μάτια σου και άκουσέ με. Άγγιξέ με. Νιώσε με. Είμαι δίπλα σου. Είμαι μέσα σου. Στο μυαλό σου. Στην καρδιά σου. Και κάθε βράδυ θα είμαι στα όνειρά σου και θα σε περιμένω.
-Φοβάμαι.
-Άσε το φόβο σου να γίνει ένα κεράκι που σβήνει. Το αύριο είναι σαν ένα ζάρι που δεν ξέρεις τι θα φέρει. Πότε εξάρες, πότε άσσους. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να αντιμετωπίσεις την τύχη σου με ένα αίσθημα προσμονής και προσδοκίας. Μόνο τότε θα νιώσεις θραύσματα αληθινής ευτυχίας.
-Αγκάλιασέ με. Σαν να μην υπάρχει αύριο.


Το κεράκι στο κομοδίνο για μια στιγμή τρεμόπαιξε και έσβησε. Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στην αγκαλιά του αγοριού. Έμειναν έτσι, μέχρι που ο ήλιος τους άνοιξε τα μάτια με τις φωτεινές ακτίνες του. Η σημερινή μέρα ήταν πιο όμορφη από τη χθεσινή....

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Κάνε μια ευχή


Ένα τρίξιμο ακούστηκε στη σκάλα καθώς ένα γυμνό λευκό πόδι πατούσε πάνω στο κεφαλόσκαλο.
-"Σςςςςςς. Κάνε ησυχία Αριάδνη. Μπορεί να ξυπνήσεις κανέναν!" ακούστηκε μια απαλή, κοριτσίστικη φωνή.
-"Συγγνώμη, το ξέχασα ότι τρίζει!" Ανταποκρίθηκε μια άλλη.
Δυο μικρές φιγούρες με άσπρα νυχτικά εμφανίστηκαν μέσα στο σκοτάδι. Η μια κρατούσε αναμένο ένα κερί και προπορευόταν προς την κορυφή της σκάλας ενώ η άλλη ακολουθούσε κάπως φοβισμένα.
-"Αδελφούλα, είσαι σίγουρη ότι μπορείς να βγεις έξω? Μπορεί να χειροτερέψεις με το κρύο".
-"Όχι Αριάδνη. Μη φοβάσαι. Σχεδόν κάθε βράδυ έρχομαι εδώ και είδες, ο γιατρός είπε πως πάω καλύτερα." την καθησύχασε το πρώτο κορίτσι και συνέχισε να ανεβαίνει. Ήταν πανέμορφη. Τα μάτια της ήταν γαλάζια σαν τον ουρανό και τα μαλλιά της κατάξανθα σαν αστερόσκονη. Και έτσι όπως ήταν ντυμένη στα λευκά, μπορούσες να την περάσεις και για άγγελο....
-"Έλα, φτάσαμε." ψιθυρησε και άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα της ταράτσας.
-"Ουάου!" αναφώνησε η Αριάδνη "είναι πανέμορφα!" και τα καστανά μάτια της φωτίστηκαν από τα χιλιάδες αστέρια που φώτιζαν τον ξάστερο ουρανό.
-"Χαχα! Το ξέρω! Είναι μαγικά εδώ το βρά..." και πριν ολοκληρώσει τη φράση της, η κοπέλα άρχισε να βήχει δυνατά. Η Αριάνδη έτρεξε αμέσως κοντά της ανήσυχη.
-"Είσαι καλά? Καλύτερα να πάμε μέσα."
-"Όχι καλή μου. Είμαι μια χαρά. Να, κάτσε εδώ να σου δείξω κάποια πράγματα." της είπε και την τράβηξε να κάτσει δίπλα της.
"Τα βλέπεις αυτά τα μεγάλα αστέρια? Είναι ο Δενέβ,ο Βέγκας και ο Αλταίρ. Αν παρατηρήσεις σχηματίζουν τρίγωνο. Και εκείνο εκεί που μοιάζει με κούπα, είναι η μεγάλη Άρκτος."
-"Τι όμορφα!"
-"Αλλά το αγαπημένο μου αστέρι είναι η Αφροδίτη, ή αλλιώς, Αυγερινός. Αυτό, Αριάδνη μου, ξέρεις, λάμπει συνέχεια. Πρωί-βράδυ. Και είναι το πιο φωτεινό από όλα".
-"Και γιατί είναι πιο φωτεινό και τα άλλα δεν είναι?"
-"Δεν ξέρω. Ίσως γιατί μπορεί να συμβολίζει κάτι."
-"Να συμβολίζει?" απόρρησε η μικρή.
-"Ναι. Μπορεί ας πούμε, να συμβολίζει την ελπίδα, που είναι πάντα λαμπρή και αθάνατη. Ή μπορεί να συμβολίζει την Αγάπη." υπέθεσε το κορίτσι και συνέχισε να αγναντεύει σιωπηλή τον ουρανό.Τη σιωπή έσπασε η μικρούλα.
-"Άμα συμβολίζει την αγάπη και την ελπίδα, μπορώ να κάνω μια ευχή?"
-"Βεβαίως και μπορείς, καλή μου."
-"Τότε εύχομαι να μείνεις για πάντα κοντά μου!" φώναξε και αγκάλιασε την ξανθιά έφηβη με λαχτάρα.
-"Μακάρι Αριάδνη μου. Μακάρι..." είπε και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάτια της.
Τις επόμενες μέρες τα δυο κορίτσια ανέβαιναν συνέχεια στην ταράτσα και έκαναν παρέα στην Αφρ
όδίτη. Εκείνα της έλεγαν για τη ζωή στη γη και εκείνη τους ανταπέδιδε με ιστορίες και παραμύθια από τα βάθη του χρόνου. Ώσπου ένα βράδυ, η πόρτα δεν άνοιξε και η Αφρόδίτη έμεινε μόνη να απορεί που χάθηκε ξαφνικά η συντροφιά της.
Χρόνια πέρασαν και η πόρτα όλο και πάλιωνε. Αράχνες είχαν εγκατασταθεί στις χαραμάδες, μα κανείς δεν ερχόταν να την ανοίξει.
Ένα τρίξιμο ακούστηκε στη σκάλα, μόνο που τώρα μια νέα γυναίκα ανέβαινε τα παλιά σκαλιά. Με δισταγμό άνοιξε τη μεγάλη ξύλινη πόρτα και δάκρυσε μόλις ήρθε αντιμέτωπη με τη θέα που αντίκρισε. Πλησίασε στο κέντρο του πατώματος και έκατσε κάτω για να παρατηρήσει τον ουρανό.
-"Να ο Δενέβ, ο Αλταίρ και ο Βέγκας. Να η μεγάλη άρκτος, που μοιάζει με κούπα. Και να η Αφρόδίτη, λαμπερή και όμορφη όπως πάντα." σιγομιλούσε καθώς το χέρι της σχημάτιζε τους αστερισμούς. Ξάφνου έμεινε παγωμένη. Ένα νέο αστέρι είχε κάνει την εμφάνισή του και δεν το ήξερε. Ήταν εκεί. Λίγο πιο δίπλα από την Αφρόδίτη. Και η λάμψη του ήταν τόσο φωτεινή, όσο εκείνης. Τότε η κοπέλα κατάλαβε. Σηκώθηκε με αργές κινήσεις, σχημάτισε ένα χαμόγελο και φώναξε "Καληνύχτα Αναστασία..."
Ξάφνου, ένα αεράκι φύσηξε και η γυναίκα κίνησε να φύγει. Μα πριν προλάβει να κλείσει την πόρτα, σαν ψίθυρος από τις φυλλωσιές κάποια αγγελική φωνή της φάνηκε να της φωνάζει:
"Καληνύχτα Αριάδνη..."

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

Το πιο λαμπερό στολίδι


Ήταν, θαρρώ, μια βδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, όταν η μικρή Ματίνα με τη μητέρα της έβγαλαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο από την αποθήκη και το έβαλαν στο σαλόνι για να το διακοσμήσουν. Η ένταση μέσα στην κούτα των στολιδιών ήταν μεγάλη, καθώς εδώ και ένα χρόνο τα στολίδια περίμεναν τη μεγάλη στιγμή, που θα σκαρφάλωναν ξανά στα κλαδιά του δέντρου. Ήταν στολίδια κάθε λογής. Αγγελάκια, αστεράκια, φωτάκια και πολλές, πολλές μπάλες, όλες στο χρώμα του κόκκινου. Όλες, εκτός από μία. Μια μικρή γαλάζια μπάλα στεκόταν σφηνωμένη στην άκρη της κούτας και σιγοτραγουδούσε.
"Τι δώρο λέτε να πάρει φέτος η μικρή?" αναρωτήθηκε κάποια στιγμή το γαλάζιο στολίδι.
"Α,δεν έχω ιδέα. Κάτι φανταχτερό όμως, ως συνήθως" απάντησε μια από τις κόκκινες μπάλες.
"Ποπο, νιώθω μεγάλη χαρά που θα ξαναβγούμε έξω!" αναφώνησε εκείνο. "Θα δούμε επιτέλους το φως του ήλιου, θα στολίσουμε τα κλαδιά του ψηλού δέντρου, θα ακούσουμε χριστουγεννιάτικες μουσικές, θα...."
"Σώπασε βρε καημένο. Πως κάνεις έτσι? Σιγά!" το αποπήρε μια μεγάλη γέρικη κόκκινη μπάλα.
"Μα γιατί το λες αυτό?" είπε το στολίδι στεναχωρημένο.
"Γιατί έχω βαρεθεί κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια. Πάλι θα στολίσουμε το ίδιο δέντρο, πάλι θα ακούσουμε τα ίδια τραγούδια, πάλι θα δούμε τα ίδια πρόσωπα. Μακάρι να στολίζαμε το κεντρικό δέντρο στην πλατεία! Εκεί να έβλεπες ζωή και μεγαλεία που θα περνούσαμε!"
"Έχεις άδικο. Δε με νοιάζει ποιο δέντρο θα στολίσω ή ποια πρόσωπα θα δω. Η δουλεία μου είναι να λάμψω και να ομορφήνω όσο μπορώ τα Χριστούγεννα και δε θα αφήσω κάποιον σαν εσένα να μου το χαλάσει." Είπε η γαλάζια μπάλα με καμάρι και ξεκίνησε ξανά να σιγοτραγουδάει.

Η κούτα άνοιξε και η μικρή Ματίνα άρχιζε να βγάζει τα στολίδια έξω και να τα παίρνει στη μητέρα της. Βγήκαν τα αγγελάκια,βγήκαν τα αστεράκια,βγήκαν και οι κόκκινες μπάλες, ώσπου ο γαλάζιος γλόμπος έμεινε μόνος μέσα στην κούτα.
"Μαμά, αυτό το μπλε στολίδι να στο φέρω?"φώναξε η μικρή.
"Όχι παιδί μου, από φέτος λέω να μη βάζουμε άλλα χρώματα εκτός από κόκκινο. Πέτα το!" ήρθε η απάντηση. Η μικρή πήρε την κούτα και την πέταξε στα σκουπίδια έξω από το σπίτι.
Η γαλάζια μπάλα έμεινε εκεί, ολομόναχη, να κλαίει και να εύχεται κάποια στιγμή, να έρθει η μικρή, να το ελευθερώσει και να το βάλει στην κορυφή του δέντρου. Η στιγμή αυτή δεν ήρθε ποτέ. Μονάχα κάτι γάτες ταρακούνησαν την κούτα και πέταξαν τη μπάλα στην άκρη του δρόμου με τόση δύναμη, που αυτή έσπασε.
Ήταν Χριστούγεννα όταν το γαλάζιο στολίδι μετρούσε τις τελευταίες ώρες ζωής πάνω στον κόσμο, ελπίζοντας για ένα θαύμα. Και λίγο πριν πει το τελευταίο αντίο, άκουσε ένα μικρό αγόρι που το πλησίαζε, να φωνάζει: " Γιαγιά, κοίτα τι όμορφο και λαμπερό παιχνίδι!Μπορώ να το πάρω μαζί μου??"

Βραδιά Χριστουγέννων. Σε ένα απλό και μικρό σπιτάκι, μια οικογένεια αντάλλασσε αγκαλιές και ευχές για υγεία και ευτυχία. Και εκεί, στην άκρη του δωματίου, πάνω σε ένα δεντράκι, το στολίδι άφησε ευτυχισμένο, την τελευταία και πιο λαμπερή πνοή του...